Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

Ἡ δυναμικὴ ἀπαίτηση.

Ἔχουμε συνήθισει στήν ἐποχή μας ν΄ ἀκοῦμε γιά μορφές πάλης, γιά διεκδικήσεις, γιά ἀγῶνες… Γενιές καί γενιές μεγάλωσαν γαλουχημένες μέ τήν προοπτική τῆς διαρκοῦς ἀπαίτησης, ἀκόμη καί μέ χρήση βίας, γιά τήν ἱκανοποίηση «δικαίων αἰτημάτων», «ἀγώνα πού πρέπει νά δικαιωθεῖ», «ἀνυποχώρητων κινημάτων». Κι ὅλοι μαζί βιώνουμε τήν παρατεταμένη ἰδεοληψία πού καλλιεργεῖται μέσα ἀπό ὅλα αὐτά, ὅτι «κάποιοι» ἀπροσδιόριστοι μᾶς ἀδικοῦν, μᾶς ἐκμεταλλεύονται, μᾶς καταπιέζουν. Ἔτσι, μέσα στόν ἀστικό μύθο, ὑπό τή μεθόδευση τοῦ ἀτομιστικοῦ αἰσθήματος τῆς πολλαπλῆς μειονεκτικότητας, ὁδηγούμαστε στό νά ἀντιδρᾶμε, πάντα ὑπό τήν καθοδήγηση κάποιων πού « ξέρουν» καί ἡγοῦνται καί συνήθως καρπώνονται καί τά ὅποια ὠφελήματα, τήν ἴδια στιγμή πού χάνουμε τήν οὐσιαστική προοπτική τῆς ζωῆς, λαθεύουμε παρασυρόμενοι ἀπό ὡραιολογίες καί ἀστοχοῦμε, ὄχι μόνο στό νά βελτιώσουμε τήν κοινωνία μας, ἀλλά ἀκόμη καί στό νά ὀργανώσουμε τή ζωή μας.

Ἀκόμη χειρότερα, διακατεχόμενοι ἀπό ἕνα αἴσθημα θυματοποίησης καί τήν ὑποκειμενικότητα τοῦ ὅποιου «δίκιου», δέν διστάζουμε ἀκόμη καί νά βλάψουμε καί νά ἀδικήσουμε, ὑποστασιοποιώντας ἔτσι αὐτό πού νομίζουμε ὅτι ὑφιστάμεθα ὡς θύματα, ὄντας στήν πραγματικότητα θύτες! Κι ὅλ’ αὐτά στό ὄνομα ἀπαιτήσεων, διεκδικήσεων, στόχων πού πολλές φορές δέν κατανοοῦμε, ἴσως γιατί εἶναι οὐτοπικοί, χωρᾶνε ὅμως τόν ἐγωισμό καί τή διάθεσή μας γιά «βόλεμα», ἐνῶ καί δικαιολογοῦν τή φιλοδοξία καί ἁρπακτικότητά μας.

Ἡ Χαναναία

Μιά δοκιμασμένη μάνα ἔχει ὡς θέμα τό σημερινό Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τόν τρόπο πού αὐτή διεκδίκησε καί πέτυχε τή λύση στό πρόβλημά της ἀπό τόν Χριστό. Μιά Χαναναία, δηλαδή εἰδωλολάτρισσα ἀπό τή Φοινίκη, οὔτε κἄν Ἰσραηλίτισσα, προστρέχει στόν φημισμένο διδάσκαλο καί, ἐμποδιζόμενη ἀπό τή διαφορά θρησκείας, δέν τολμᾶ νά τόν πλησιάσει, παρά μόνο ἀπό μακριά φωνάζει καί ζητᾶ τό ἔλεός του. Οἱ μαθητές, λίγο ἀπό συμπάθεια γιά τό πρόβλημά της, λίγο ἐνοχλημένοι ἀπό τίς φωνές της, παρακαλοῦν τόν Κύριο νά τῆς κάνει τή χάρη, ὥστε νά πάψει νά τούς ἀκολουθεῖ. Ὁ Χριστός ὅμως, πού δέν ὑπακούει στίς σκοπιμότητες τῆς στιγμῆς, οὔτε περιορίζεται ἀπό τήν ἀνθρώπινη συμβατικότητα, συμπεριφέρεται μέ σκοπό νά δώσει ἕνα μάθημα στούς μαθητές του καί δι’ αὐτῶν στήν οἰκουμένη, ἀναδεικνύοντας τό πρόσωπο πού διεκδικεῖ.

Τί ζητοῦσε ἡ Χαναναία; Νά τήν ἐλεήσει ὁ Χριστός! Γιατί; Εἶχε κάποιο δικό της ζήτημα; Δικό της ἀκριβῶς, ὄχι. Ἡ κόρη της εἶχε πρόβλημα. Τότε γιατί ζητοῦσε προσωπικά νά τήν ἐλεήσει ὁ Χριστός; Μή λαθέψει κανείς καί θεωρήσει πώς ἐπειδή ἦταν μάνα, ἔπαιρνε ἐπάνω της τήν ὑπόθεση τοῦ παιδιοῦ της. Ἡ μητρική στοργή δέν ἦταν αὐτονόητη στήν ἐποχή τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας καί μάλιστα στούς εἰδωλολατρικούς λαούς. Αὐτό πού διέκρινε καί θέλησε νά ἀναδείξει ὁ Χριστός μέ τήν ὅλη του τακτική, ἦταν τό γεγονός πώς ἡ γυναίκα αὐτή εἶχε κάνει προσωπικό της τό πρόβλημα κάποιου ἄλλου καί γι’ αὐτόν τόν ἄλλον παρακαλοῦσε! Δέν ζητοῦσε τίποτε γι’ αὐτήν, ἀλλά γιά τόν ἄρρωστο, τόν ἀδύναμο νά διεκδικήσει, ἐκεῖνον πού ἀντικειμενικά εἶχε ὄντως πρόβλημα!

Τί κάνει ὁ Χριστός; Τήν παιδεύει! Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί φαίνεται νά τήν «προσβάλλει»! Ὅπως φαινομενικά «προσέβαλε» καί τή μητέρα του στόν γάμο τῆς Κανᾶ ὅταν τοῦ ζήτησε νά βοηθήσει τούς ἀνθρώπους πού θά ντροπιάζονταν ἐπειδή τούς τελείωσε τό κράσι. Γιατί τό κάνει αὐτό ὁ Χριστός; Θέλει ν’ ἀναδείξει τό στοιχεῖο τῆς ἐπιμονῆς στό αἴτημα, ὡς λυδία λίθο τῆς ἐπίμονης πίστης, τῆς βαθιᾶς πεποίθησης ὅτι ἐνσυνείδητα ἑξαρτώμαστε ἀπό τόν Θεό καί τό θέλημά του κι ὅτι ταρασσόμαστε ἀπό τήν παραμικρή ριπή ἀμφιβολίας ἡ ἀπογοήτευσης.

Ἀλλά καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο. Γιά ν’ ἀναδείξει τήν ὑψοποιό, τήν παντοδύναμη ταπείνωση. Θέλει νά δείξει πώς ἡ ὑπέρτατη δύναμη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ δύναμη νά κατανικᾶ τόν ἑαυτό του καί νά μπορεῖ νά ταπεινώνεται. Ὄχι γιά νά εὐτελίζεται, ἀλλά γιατί ἔτσι, ἐλεύθερος ἀπό ἰδιοτέλεια καί ἐγωισμό, μπορεῖ νά βλέπει καθαρά τήν ἀλήθεια καί νά προσανατολίζεται σωστά πρός τόν Πλάστη καί Δημιουργό του.

Ἡ λύση

Τί συμβαίνει μόλις παρουσιάσθηκαν ἀνάγλυφες στά ματιά ὅλων ἡ ἐπίμονη πίστη κι ἡ ταπείνωση τῆς Χαναναίας; Ὁ Χριστός συντρίβεται! Δέν ἀντέχει ν’ ἀντισταθεῖ ἄλλο καί ξεσπᾶ: «Ὧ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καί ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης»! Ὁ Θεός ὑποχωρεῖ, κάμπτεται, συμμορφώνεται στήν ἀνθρώπινη ἀπαίτηση πού εἶχε ἐκφρασθεῖ τόσο δυναμικά, μέ ὅλες τίς προυποθέσεις τῶν πνευματικῶν νόμων. Κι ὁ ἄνθρωπος ὑποχρεώνει τόν Θεό νά κάνει ὑπακοή στή θεία ἀγάπη καί φιλανθρωπία, καθώς τόν ἀντιγράφει στόν ἴδιο τρόπο μέ τόν ὁποῖο Αὐτός τόν προσεγγίζει.

Ἀδελφοί μου, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στή ζωή μας θά ὑπάρξουν στιγμές πού κάτι θά χρειασθοῦμε. Ξέρει ὁ Θεός καί μᾶς προφθαίνει, οἰκονομώντας ὅλα ὅσα μᾶς χρειάζονται. Ὅμως, ἐπιθυμεῖ καί τήν ἐκ μέρους μας αἴτηση, ὡς ἀφορμή οἰκοδομῆς καί μαθητείας μας. Στό σημερινό Εὐαγγέλιο βλέπουμε τρεῖς προυποθέσεις, ἀπαραίτητες γιά νά ἱκανοποιηθεῖ τό ὅποιο αἴτημά μας ἀπό τόν Ἅγιο Θεό. Πρῶτον, νά ἀφορᾶ ἄλλον! Δεύτερον, νά χαρακτηρίζεται ἀπό σταθερή κι ἐπίμονη πίστη! Τρίτον, νά συνοδεύεται ἀπό τή δύναμη τῆς ταπείνωσης!

Μέ τόν τρόπο αὐτό μαθαίνουμε ν’ ἀκουμπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, καθώς ἔχουμε ἀνάγκη ὁ ἕνας τίς προσευχές τοῦ ἄλλου. Μέ τόν τρόπο αὐτό κατανοοῦμε γιατί ἡ Ἐκκλησία μας προσεύχεται «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

Πηγή:www.inaa.gr

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

ΙZ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ (Ματθ. 15: 21-28)

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΝΤΙΝΟΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

Μία πονεµένη µητέρα παίρνει τον δρόµο της ξενιτιάς. Περνάει λαγκάδια και βουνά, βαδίζει σε µέρη άγνωστα, µέσα από µονοπάτια που παρα­φυλάγονταν από ληστές έτοιµους να επιτεθούν στον κάθε περαστικό. Δεν υπολογίζει κόπους, ούτε ο φόβος των κινδύνων την εµποδίζουν να φτάσει στο σκοπό του ταξιδιού της. Ένα πράγµα είχε στο νου της, πως θα συναντηθεί µε τον Ιησού. Ο πόνος της κόρης της ήταν και δικός της πόνος. Η πνευµατική αρρώστια που µάστιζε το µονάκριβο παιδί της, την οδηγούσε να υποστεί µία τόση µεγάλη ταλαιπωρία. Η αγάπη της µάνας ξεπερνά κάθε βάθος και ύψος, γιατί η αγάπη της µάνας δεν έχει όρια.

Η αρρώστια δεν ήταν σωµατική, αλλά ψυχική.

Η κόρη της Χαναναίας ταλαιπωρείτο απο δαιµόνιο που την βασάνιζε απερί­γραπτα. Η αγάπη της µητέρας έκανε να θεωρεί την θλίψη της κόρης της σαν δική της. Ζητούσε προσωπικά έλεος από τον Χριστό, «Ελέησον µε, Κύριε, υιέ Δαβίδ, η θυγάτηρ µου κακώς δαιµωνίζεται».

Η Χαναναία πλησίασε τον Χριστό µε πίστη. Δεν αποκαρδιώθηκε από τη φαινοµενική αδιαφορία, που έδειξε για λίγο ο Χριστός. Ήρθε, έπεσε µε ευλάβεια στα πόδια Του, παρακαλούσε και ξαναπαρακαλούσε: «Βοήθησέ µε, ελέησέ µε, γιατί η κόρη µου κακώς δαιµονίζεται». Μπροστά στη µητρική αγάπη κανένα εµπόδιο δε θα µπορούσε να σταθεί. Ο σκοπός της ήταν η θεραπεία του παιδιού και αυτό θα πραγµατοποιηθεί µόνον µε την επίµονη παράκληση και σταθερή πίστη στον Χριστό.

Η καρδιά του Χριστού πληµµυρίζει µε απέραντη συµπάθεια προς την ταλαίπωρη γυναίκα, αλλά ταυτόχρονα βλέπει τη µεγάλη της πίστη. Φαίνεται άκαµπτος, κρατάει µία στάση που προξενεί το θαυµασµό στους µαθητές Του.

Εκείνη εξακολουθεί συνεχώς να φωνάζει και Αυτός να σιωπά. Οι µαθητές µεσιτεύουν και πάλι. Αυτός φαίνεται ανυποχώρητος. Είχε το σκοπό Του έπρεπε να φανερωθεί η βαθειά πίστη, η θεάρεστη επιµονή και η µεγάλη ταπείνωση της Χαναναίας.

Και ποιά µάνα, σήµερα, αγαπητοί µου αδελφοί, δεν ήρθε στο σηµείο να πονέσει για το παιδί της; Πόσες φορές µανάδες δεν έχουν κλάψει βλέποντας τα σπλάχνα τους, να υποφέρουν από τον πόνο της ασθένειας ή από κάποια ατυχήµατα; Πόσες φορές η µάνα δεν ξηµερώθηκε δίπλα στο κρεβάτι του παι­διού της και µέσα στη µοναξιά της νύχτας µε δάκρυα στα µάτια παρακαλούσε το µόνο σύντροφο της δοκιµασίας της, τον Χριστό, να χαρίσει την υγεία στο παιδί της, που µε τόση λαχτάρα έφερε στον κόσµο; Πόσες φορές η ευλογη­µένη µητέρα µας δεν πρόσπεσε στα γόνατά της και µε θερµές προσευχές δεν παρεκάλεσε τον Χριστό για τη δική µας φώτιση και καθοδήγηση;

Μάνα, και πάλι µάνα! Εσύ που πυρπολείσαι από τα πιό ευγενή αισθήµατα, την πιό άγια και ανεξάντλητη αγάπη για τα παιδιά σου. Από αυτή την αγάπη εµπνέεται και φροντίζει για την διατροφή των παιδιών, αλλά ταυτόχρονα φροντίζει παράλληλα και για την καλή ανατροφή τους. Η χριστιανή µάνα, δεν περιορίζεται µόνο στα σωµατικά και υλικά αγαθά. Το σχολείο, την µόρ­φωση, τα φροντιστήρια, το καλό ντύσιµο, το υγιεινό φαγητό’ είναι όλα απα­ραίτητα και αναγκαία. Εκείνο όµως, που δεν πρέπει καµία µάνα να παραλείψει και να παραβλέψει είναι η χριστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών.

Όταν µία µάνα αγωνίζεται να διαµορφώσει το παιδί της, ούτως ώστε όχι µόνο να είναι καλός χαρακτήρας, καλό παιδί, αλλά και να το αναδείξει έναν καλό Χριστιανό, τότε πετυχαίνει το σκοπό της. Μία τέτοια µόρφωση που θα είναι σύµφωνη µε το νόµο του Θεού, σύµφωνα µε τα διδάγµατα του Ευαγγελίου, κατορθώνεται µόνο, όταν η µάνα έχει βαθειά πίστη και υπακοή στο Χριστό. Εάν η µάνα δεν είναι καλή χριστιανή, τότε τι θα έχει να προσφέρει στα παιδιά της; Ποιό θα είναι το παράδειγµα που θα προβάλλει; Εάν εκείνη ζει µέσα στο σκοτάδι της αµαρτίας, της απι­στίας, της ανηθικότητος, τότε µε ποιό φως θα φωτίσει τις αγνές ψυχές των παιδιών της;

Η Χαναναία ζήτησε έλεος όχι µόνον για το παιδί της, αλλά και γι’ αυτή την ίδια. Για το παιδί της ζήτησε τη θεραπεία του. Όταν η µάνα αγωνίζεται µε σύνεση, µε µετάνοια να διορθώσει, όσο εξαρτάται από αυτήν, τα λάθη της οκογένειάς της, τότε υποµένει τα πάντα. Επιµένει και δεν αδιαφορεί. Όπως µε το µητρικό γάλα ανέθρεψε τα παιδιά, έτσι µε το γάλα της πίστης αναθρέ­φει πνευµατικά τα παιδιά της. Όσο το παιδί αναπτύσσεται, τόσο χρειάζεται περισσότερη καθοδήγηση και χειραγώγηση στη θρησκευτική ζωή. Η µάνα θα το µάθει να προσεύχεται, να µελετά την Αγία Γραφή και όλα τα κατάλληλα και ωφέλιµα για την ηλικία του βιβλία. Η µάνα θα το ενθαρρύνει να πηγαίνει στο Κατηχητικό, θα το προσέχει από τους πνευµατικούς κινδύνους, όσο το προσέχει και από τους σωµατικούς. Η µάνα θα εµπνεύσει το αίσθηµα του σεβασµού στους µεγαλυτέρους. Η µάνα επιβάλλεται µόνο µε το Χριστιανικό της παράδειγµα. Εάν η µάνα δε ζει η ίδια τα χριστιανικά ιδανικά, καταλαβαί­νει κανείς πόσο καταστροφικός είναι ο ρόλος µιας αδιάφορης µάνας για τα παιδιά της.

Η µητέρα που διαπνέεται από αληθινή χριστιανική αγάπη, έχει ελπίδα, ότι µε τη βοήθεια του Θεού θα µορφωθούν και θα αναδειχθούν τα παιδιά της στελέχη πολύτιµα της Εκκλησίας. Τέτοιες µάνες ανέδειξαν τους µάρτυρας της Εκκλησίας, τέτοιες µάνες, µόρφωσαν τους Πατέρας της Ορθοδοξίας και τέτοιες µάνες στόλισαν τα µοναστήρια µε τους Οσίους.

Η µάνα, µόνον κοντά στον Χριστό βρίσκει το φως, τη θεραπεία και τη σωτη­ρία της οικογένειάς της. Ας µιµηθούµε λοιπόν όλοι τη Χαναναία, διότι η µεγάλη πίστη της έσωσε το παιδί της. Το ίδιο µπορεί να συµβεί και σε µας. Γι’ αυτό, ας παρακαλούµε τον Χριστό να µας ενδυναµώνει την πίστη µας για να βρούµε τη σωτηρία µας.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Η ΕΓΚΑΡΔΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΗΛΕΓΡΑΦΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ... - ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ

Ίσως έχεις ακούσει κάποιους να ρωτάνε: “Πώς ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας;”. Ίσως κι εσύ να έχεις αναρωτηθεί για το ίδιο πράγμα. Απαντήσεις και απαντήσεις έχουν δοθεί, μα το ερώτημα παραμένει ακόμη αναπάντητο.

Κατά τη γνώμη μου, αν δεχθούμε την ύπαρξη ενός στοιχείου, όπως ο αιθέρας, τότε δεν είναι δυνατό να μην ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας. Ξέρεις πως λειτουργεί ο ηλεκτρικός τηλέγραφος; Στην Πετρούπολη, για παράδειγμα, ενεργοποιούν έναν ειδικό μηχανισμό. Την ίδια στιγμή η ενέργεια αυτή αντανακλάται σ’ έναν όμοιο μηχανισμό, που βρίσκεται, ας πούμε, στη Μόσχα. Τότε και ο δεύτερος μηχανισμός ενεργοποιείται όπως ο πρώτος. Γιατί; Επειδή οι δύο μηχανισμοί, πρώτον, είναι του ίδιου τύπου και, δεύτερον, συνδέονται με σύρμα.

Η επικοινωνία μας με τους αγίους γίνεται με όμοιο τρόπο. Εμείς και οι άγιοι είμαστε σαν τις τηλεγραφικές συσκευές, σαν δύο μηχανισμοί του ιδίου τύπου, και ο αιθέρας, το στοιχείο δηλαδή μέσα στο οποίο κινούνται οι άγιοι και το οποίο συνάμα περιβάλλει την ψυχή μας, είναι … το σύρμα!

Όταν μέσα στην ψυχή μας ενεργεί προσευχή αληθινή, προσευχή ειλικρινής και καθαρή, η προσευχή αυτή, διαμέσου του στοιχείου που περιβάλλει την ψυχή, πετάει σαν ακτίνα φωτός προς τους αγίους και τους μεταφέρει τα αιτήματά μας. Δεν μεσολαβεί κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στη στιγμή που κάνουμε στην προσευχή μας και στη στιγμή που αυτή ακούγεται από τους αγίους. Αμέσως μας ακούνε οι άγιοι, φτάνει μόνο να προσευχόμαστε εγκάρδια. Η εγκάρδια προσευχή είναι η τηλεγραφική γραμμή μας με τους ουρανούς. Η ίδια ακριβώς προσευχή, όταν δεν βγαίνει από την καρδιά μας αλλά μόνο από τον εγκέφαλο και το στόμα μας, δεν φτάνει στον ουρανό και δεν ακούγεται από τους αγίους. Αυτή, βλέπεις, δεν είναι καν προσευχή, είναι μόνο κάτι σαν προσευχή.

Νομίζω πως είχες ήδη κάποιαν εμπειρία αληθινής προσευχής, μολονότι όλα τούτα δεν τα γνώριζες. Περιγράφεις το πώς, ύστερ’ από θερμή προσευχή, γαλήνεψες, παίρνοντας την εσωτερική πληροφορία ότι θα λυτρωνόσουν από το πρόβλημα που σε βασάνιζε, όπως και πραγματικά έγινε. Φαίνεται, λοιπόν, πως είναι σωστή η παρομοίωση της εγκάρδιας προσευχής, που ανεβαίνει αόρατα προς τα ουράνια μέσω του αιθέρα, με τον τηλέγραφο. Από την καρδιά σου βγήκε μία αστραπή, μια ακτίνα, και πήγε στον ουρανό. Από κει, πάλι, ήρθε μια άλλη ακτίνα σ’ εσένα. Ήταν η ανταπόκριση στο αίτημά σου.

Αυτό συμβαίνει μόνο με την προσευχή που βγαίνει από την καρδιά. Τέτοια προσευχή δεν γίνεται πάντα μέσα σε μια στιγμή, εισακούεται όμως πάντα μέσα σε μια στιγμή. Μη φουσκώσεις από κενοδοξία γι’ αυτή την επιτυχία σου. Μακάρι, με την χάρη του Κυρίου, να προσεύχεσαι με τον ίδιο τρόπο πιο συχνά. Θυμήσου πως προσευχήθηκες τότε και προσπάθησε να προσεύχεσαι πάντα έτσι, εγκάρδια, όχι μόνο με τη γλώσσα και το νου. Αν το κάνεις, θα πάρεις μίαν ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Πως μπορεί να ζει κανείς πνευματικά; Γιατί η εγκάρδια προσευχή είναι η αναπνοή και η ζωή του πνεύματος. Με την εγκάρδια προσευχή το πνεύμα μένει «εν τω Θεώ», ενώνεται μαζί Του. Και με την ένωση αυτή αποκτά την πλήρη ζωτικότητά του. Μάθε, λοιπόν, πως η ψυχή ζει μόνο όταν προσεύχεται με τον τρόπο που ήδη γνώρισες. Αλλιώς, βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αν δεν έχει ολότελα νεκρωθεί. Δεν θα σου κρύψω πως, αν και μπόρεσες να προσευχηθείς εγκάρδια μια φορά, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις να το ξανακάνεις. Ο Θεός είναι που χαρίζει την αληθινή προσευχή και ο φύλακας άγγελος που την ενισχύει. Έρχεται και φεύγει. Εμείς, όμως, δεν επιτρέπεται να παραιτούμαστε από τον προσευχητικό αγώνα.

Η προσευχή επισκέπτεται πάντα τον άνθρωπο που αγωνίζεται για την απόκτησή της, ποτέ τον οκνηρό και ράθυμο. Οι άγιοι πατέρες κοπίασαν πολύ στην προσευχή και μ’ αυτούς ακριβώς τους κόπους άναψαν μέσα τους ένα προσευχητικό πνεύμα, που την εικόνα του μας άφησαν στα συγγράμματά τους. Όσα σχετικά έγραψαν, συνιστούν, μιαν ολόκληρη επιστήμη, την επιστήμη της προσευχής, που είναι η επιστήμη των επιστημών…… Μου γράφεις ότι έχεις στο νου ταπεινούς λογισμούς και στην καρδιά ταπεινά συναισθήματα για τον εαυτό σου. Αυτά είναι, θα έλεγα, αγγελικά.

Πόσο τέλειοι και φωτεινοί είναι οι άγγελοι! Και όμως είναι συνάμα τόσο ταπεινοί, περισσότερο κι από τον πιο ταπεινό άνθρωπο. Μια ταπεινή ψυχή είναι πάντα φωτεινή.

Σκοτεινή γίνεται όταν υψηλοφρονεί, γιατί η έπαρση προέρχεται από τα σκοτεινά πνεύματα. Ο Θεός να δώσει, ώστε, ποτέ να μη χάσεις αυτά τα ταπεινά συναισθήματα, κι έτσι να είσαι πάντα λουσμένος στο φως…

(Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ - Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, γράμματα σε μια ψυχή» ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ)

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΝΑΔΟΧΟΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΥ, ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΟΣ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε και ζοῦμε, ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, το Σῶμα δηλ. τοῦ Χριστοῦ, εἶναι Ἐκκλησία τῶν Μυστηρίων.

Τό πρῶτο ἀπό τά μυστήρια, τό εἰσαγωγικό μυστήριο, πού μᾶς εἰσάγει καί μᾶς κάνει ὀργανικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.

Στήν Π.Δ. ἔχουμε τύπους τοῦ πραγματικοῦ Βαπτίσματος, μέ τελευταῖο τό βάπτισμα μετανοίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος κλείνει τήν Π.Δ. καί ἀνοίγει τήν Κ. Διαθήκη. «Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ λέγων εἰς τόν ἐρχόμενον μετ’ αὐτόν ἵνα πιστεύσωσιν, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τόν Ἰησοῦν» (Πράξ. 19,4). Ὁ Ἰωάννης βάπτισε βάπτισμα μετανοίας καί ἔλεγε στό λαό νά πιστεύουν σ’ Ἐκεῖνον πού ἔρχεται μετά ἀπό αὐτόν, δηλ. στόν Ἰησοῦ Χριστό.

Ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τό παράδειγμά Του ἁγίασε τό Βάπτισμα, ὅταν βαπτίστηκε ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή στόν Ἰορδάνη ποταμό.

Τέλος, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μετά τήν ἀνάστασή Του, δίνει στους Ἀποστόλους τήν τελευταία Του ἐντολή: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 20, 18-19). Πηγαίνετε καί κάνετε ὅλο τον κόσμο μαθητές μου, βαπτίζοντες αὐτούς στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὐτή τη θεία ἐντολή τοῦ βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησία μας τήν τηρεῖ ἐξ ἀρχῆς καί φυσικά θα συνεχίσει νά τήν ζεῖ καί νά τήν ἐφαρμόζει μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων.

Τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος εἶναι ἀναγκαῖο καί ὑποχρεωτικό γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό καί δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανέναν πιστό Χριστιανό, πού γνωρίζει ἔστω καί στοιχειωδῶς κάποια πράγματα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς.

Ἐκεῖνο ὅμως γιά τό ὁποῖο χρειάζεται νά μιλήσουμε καί τό ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέση μέ τό ἴδιο τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, εἶναι τό θέμα «ἀνάδοχος».

Τί εἶναι ὁ ἀνάδοχος; πότε ἐμφανίζεται στη ζωή τῆς Ἐκκλησίας; καί ποιές εἶναι οἱ ὑποχρεώσεις του;

Εἶναι ἀνάγκη νά ἐξετάσουμε τίς πτυχές τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι, δυστυχῶς, ἀρκετοί εἶναι οἱ Χριστιανοί πού ἀναλαμβάνουν τήν εὐθύνη τοῦ νά γίνουν ἀνάδοχοι (νονοί), χωρίς νά γνωρίζουν τίς σοβαρές ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες πού συνεπάγεται ἡ πράξη τους αὐτή, νομίζοντας ὅτι τό νά βαπτίσει κανείς ἕνα παιδί ἤ ἕναν μεγάλο ἄνθρωπο, αὐτό δέν εἶναι παρά μιά κοινωνική ἐκδήλωση, πού σκοπό ἔχει νά συνδέσει περισσότερο φιλικά τίς οἰκογένειες καί τούς ἀνθρώπους. Πιστεύουν δηλ. ὅτι τό μυστήριo τοῦ βαπτίσματος καί τό νά γίνει κανείς νονός, εἶναι ἁπλά μιά κοινωνική ἐκδήλωση.

Ἄς δοῦμε λοιπόν: α) Τί εἶναι ὁ ἀνάδοχος (ὁ νονός ἤ ἡ νονά) καί πότε ἐμφανίστηκε.

Ἀνάδοχος εἶναι τό πρόσωπο, ἄνδρας ἤ γυναίκα, πού στέκεται ἐγγυητής στήν Ἐκκλησία γιά τήν πίστη τοῦ βαπτιζομένου καί ἀναλαμβάνει τή φροντίδα μετά τό βάπτισμα νά τον στερεώνει στήν Χριστιανική πίστη.

Ὁ θεσμός αὐτός τοῦ ἀναδόχου ἐμφανίζεται στή μορφή πού γνωρίζουμε γιά πρώτη φορά τόν β΄ αἰ. Βλέπουμε τά στοιχεῖα του νά ὑπάρχουν ἐξ ἀρχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ Λουκᾶς στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὅταν ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος Κορνήλιος ἔδειξε τήν ἐπιθυμία νά βαπτιστεῖ, ὁ ἀπ. Πέτρος, θεώρησε πολύ βασικό νά ρωτήσει τούς ἀπεσταλμένους τοῦ ἑκατόνταρχου γιά τό ποιόν τοῦ άνθρώπου. Φυσικά ὅλοι μαζί βεβαίωσαν ὅτι ἦταν δίκαιος, ἀξιόπιστος, «φοβούμενος τον Θεόν καί μαρτυρούμενος ἀπό ὅλον τό ἔθνος τῶν Ἰουδαίων» (Πράξ. 10,22).

Ὁ θεσμός λοιπόν τοῦ ἀναδόχου ξεκινᾶ ἀπό μία βασική ἐκκλησιαστική προϋπόθεση. Ὅτι ὁ ὑποψήφιος πρέπει νά εἶναι ἐχέγγυος, γνωστός, νά ἔχει δώσει καλή μαρτυρία πρός τά ἔξω, νά ἔχει δηλ. δώσει δείγματα ἀκεραιότητας καί εἰλικρινῶν διαθέσεων γιά τήν Χριστιανική πίστη καί ζωή, πού θά λάβει μέ τό βάπτισμα. Ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ πρώτη χριστιανική κοινότητα δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον καί θετικό προβληματισμό γιά τούς Ἐθνικούς, με καλές διαθέσεις, πού ζητοῦσαν νά ἐνταχθοῦν στήν νέα πίστη. Αὐτό τό βλέπουμε καθαρά στίς συζητήσεις τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων τό 49 μ.Χ. ἀλλά καί στίς ἐπιστολές τοῦ ἀπ. Παύλου.

Ἀπό τήν περιγραφή πού ἐκθέτει ὁ Λουκᾶς στό 10 κεφ. τῶν Πράξεων, βλέπουμε τήν ἀναγκαία συλλογή πειστικῶν ἀποδείξεων πρίν ἀπό τήν Κατήχηση καί τήν Βάπτιση. Ἐμφανίζεται καί ἑδραιώνεται ὁ ἀνάδοχος, πού θά καθιερωθεῖ κατά τόν β΄αἰ. Ὅπως δηλ. τό καθ’ αὐτό τελετουργικό τῆς Ἐκκλησίας μας, ξεκίνησε μέ οὐσιώδη σπερματική μορφή στίς πρῶτες Χριστιανικές κοινότητες καί κατόπιν ἁπλώθηκε σάν «δένδρον εὐσκιόφυλλον», τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν ἀνάδοχο στό θέμα τοῦ βαπτίσματος.

Ὁ πρῶτος πού κάνει εἰδική ἀναφορά γιά ἀνάδοχο εἶναι ὁ Τερτυλλιανός στό ἔργο του (De baptismo). Ἀκόμα ὁ Ἱππόλυτος Ρώμης παρουσιάζει μέ ἀνεπτυγμένη μορφή τόν σημαντικώτατο ρόλο τοῦ ἀναδόχου, ὅπως αὐτός ὑπάρχει στήν ἀποστολική παράδοση πού κατέχει.

Αὐτός ὅμως πού μέ ἀπαράμιλλο ὕφος περιγράφει τή φυσιογνωμία τοῦ ἀναδόχου καί ἄρα τήν ἀναγκαιότητά του γιά τό βάπτισμα, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Ἱερό Χρυσόστομο.

Ὅπως γνωρίζουμε, στήν ἀρχή βαπτίζονταν καί σέ μεγάλη ἡλικία, διότι ὥριμοι ἄνθρωποι γνώριζαν τό Χριστό καί πίστευαν, ἀλλά καί διότι εἶχε ἐπικρατήσει μιά τάση νά ἀναβάλλουν τό βάπτισμα, ὅσοι πίστευαν στό Χριστό, γιά τό τέλος τῆς ζωῆς τους.

Τό ἐλατήριο ἦταν ὅτι, ἐπειδή τό βάπτισμα, δέν ἀπαλλάσσει μόνο ἀπό τήν ἐνοχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλά καί ἀπό τίς προσωπικές ἁμαρτίες, ἀνέβαλλαν τό βάπτισμα, ὥστε καθαροί νά μεταβοῦν στήν ἄλλη ζωή. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ Μ. Κων/νος, πού τόση πίστη εἶχε δείξει στή ζωή του, τό βάπτισμά του τό ἀνέβαλε στίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Μαρτυρεῖται δε, ὅτι ἀπό τή στιγμή τῆς βαπτίσεώς του μέχρι τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του δέν ἀποχωρίστηκε τόν λευκό χιτῶνα τοῦ Βαπτίσματος. Τήν τάση ὅμως αὐτή, τό νά βαπτίζονται δηλ. μεγάλοι, ἀκριβῶς διότι δέν εἶναι σωστή, δέν τήν υἱοθέτησε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό καί πάλι νωρίς ἐξέλειπε. Φυσικά ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχε καί ὁ νηπιοβαπτισμός. Ἐφ’ ὅσον δέ ἐπικρατοῦσε στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί τό βάπτισμα τῶν ἐνηλίκων (μέχρι τόν δ΄αἰ.), οἱ ἀνάδοχοι πού ἐξελέγονταν, ἦταν τοῦ ἴδιου φύλου μέ αὐτόν πού θά βαπτίζονταν.

Ἤδη εἴπαμε ὅτι ἔργο τῶν ἀναδόχων ἦταν κυρίως ἡ ἐγγύησις ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία, γιά τό ἠθικό ποιόν τοῦ ὑποψηφίου πρός βάπτιση, ἡ παρακολούθησις στήν πνευματική γνώση καί πρόοδο καί ἡ συμπαράστασις κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος. Γιά τούς σοβαρώτατους αὐτούς λόγους, ὁ ἀνάδοχος ὄφειλε νά εἶναι ὄχι μόνο βαπτισμένος Χριστιανός ὁ ἴδιος, ἀλλά καί ζωντανό καί συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, νά ζῇ δηλ. συνειδητά τή μυστηριακή καί ἀγωνιστική ζωή τοῦ Εὐαγγελίου καί ὄχι νά εἶναι μόνο κατ’ ὄνομα Χριστιανός, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει σέ ἀρκετές τῶν περιπτώσεων.

Μέσα ἀπό τήν Ἐκκλ. Ἱστορία βλέπουμε ὅτι, κυρίως στή Δύση, μέχρι τόν ε΄αἰ. ἀνάδοχοι μποροῦσαν νά γίνουν καί οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς τοῦ τέκνου πού λάμβανε τό βάπτισμα. Ὅμως αὐτό ἀπαγορεύθηκε ἀπό τίς ἀρχές τοῦ θ΄αἰ. (Σύνοδος τοῦ Mainz 813). Ἀκόμα, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ ἀνάδοχος θεωρήθηκε ὡς πνευματικός πατέρας (ἤ μητέρα) τοῦ βαπτιζόμενου, ἀπό πολύ νωρίς, ἐξ’ αἰτίας τῆς πνευματικῆς αὐτῆς συγγένειας, ἀπαγορεύτηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ τέλεσις γάμου μεταξύ ἀναδόχου καί ἀναδεκτῆς καί μεταξύ ἀναδεξαμένης καί ἀναδεκτοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δηλ., πού καθοδηγεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, θεώρησε τήν κατά πνεῦμα συγγένεια διά τοῦ βαπτίσματος, μεγαλύτερη καί σοβαρώτερη καί ἀπό αὐτήν τήν κατά σάρκα συγγένεια τῶν συνδεδεμένων προσώπων. Ἡ ἀπαγόρευσις αὐτή μάλιστα ἐπεκτάθηκε καί σέ ἄλλα μέλη τῆς οίκογένειας τοῦ ἀναδεκτοῦ ἤ τῆς ἀναδεκτῆς.

Στό Βυζάντιο, ἡ πνευματική αὐτή συγγένεια πού προέρχεται μέσῳ τοῦ βαπτίσματος, μεταξύ ἀναδόχου καί ἀναδεκτοῦ ἤ ἀναδεκτῆς μέ ὅλες τίς ἀπαγορεύσεις καί τίς εὐθῦνες πού συνεπάγεται, ἔχει ἐπικυρωθεῖ καί ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό τό 530. Ἐπίσης πολύ χαρακτηριστικός εἶναι ὁ νγ΄ κανόνας τῆς ἐν Τρούλῳ Συνόδου, ὁ ὁποῖος κάνει εἰδική ἀναφορά ἀκριβῶς στήν πνευματική συγγένεια πού προέρχεται διά τοῦ βαπτίσματος.

Καί μόνο λοιπόν ἀπ’ αὐτό, ἀπό τήν πνευματική δηλ. συγγένεια πού δημιουργεῖται διά τοῦ βαπτίσματος, διαφαίνεται καθαρά πόσο μεγάλο πρᾶγμα εἶναι τό νά ἀναλαμβάνει κανείς τόν ρόλο τοῦ ἀναδόχου.

Γιά τίς βαρύτατες εὐθῦνες τοῦ ἀναδόχου ὁ Ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τονίζει: Ἐκ τῶν πρώτων πρέπει νά ἀποδειχθεῖ, ὅτι ἀπέχει ἀπό κάθε «ἀθεότητα καί ἀγνωσία τοῦ ὄντως καλοῦ», «ὥστε ν’ ἀξιωθῆ διά τῆς ἱερᾶς αὐτοῦ μεσιτείας» καί «τῶν θείων τυχεῖν καί Θεοῦ». Νά ἀποδειχθεῖ δηλ. ὅτι εἶναι ἀδιάβλητος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ἡ βιοτή καί πολιτεία του εἶναι ἔνθεος.

Σήμερα πού λόγῳ τῆς μετακίνησης τῶν πληθυσμῶν καί γενικῶς τῆς παγκοσμιοποίησης τά δεδομένα ἔχουν ἀλλάξει καί ὥριμοι πλέον ἄνθρωποι ἐντάσσονται καθημερινῶς στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, θά πρέπει καί πάλι ὅσοι ἀναλαμβάνουν τό ρόλο καί τό διακόνημα τοῦ ἀναδόχου, νά μελετήσουν σοβαρά τίς προϋποθέσεις καί, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, τίς εὐθῦνες τοῦ ρόλου αὐτοῦ, καί κατόπιν, συνειδητά πλέον, νά ἀποδέχονται τήν εὐθύνη τοῦ ἀναδόχου.

Ἄς δοῦμε τώρα: β) Ποιές εἶναι αὐτές οἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀναδόχου; Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, οἱ ἀνάδοχοι ἀνεδέχοντο ν’ ἀναπληρώσουν τήν φυσική ἔλλειψη τῆς πίστεως καί τῆς μετανοίας στά νήπια, φροντίζοντας μαζί μέ τούς γονεῖς τοῦ νηπίου γιά τήν κατά Χριστόν μόρφωση καί ἀνατροφή του.

Πράγματι· στήν ἀρχαία Ἐκκλησία πού ὑπῆρχε γνήσιος ζῆλος, τότε καί μόνο, μετά δηλ. τήν Ὁμολογία Πίστεως, ὁ ἀρχιερέας τόν σφράγιζε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί ἔδινε τήν ἔγκριση, ὥστε οἱ ἱερεῖς νά τόν καταγράψουν ὡς ἀνάδοχο στά δελτία τῆς Ἐκκλησίας, μαζί μέ τόν ὑποψήφιο γιά τήν βάπτιση ἀνάδεκτό του. Ὁποία τιμή ἀλλά καί εὐθύνη γιά τόν ἀνάδοχο.

Ἄς ἀκούσουμε τόν ἱερό Χρυσόστομο νά μᾶς περιγράφει τήν προσωπικότητα τοῦ αὐθεντικοῦ ἀναδόχου:

Θέλετε νά ἀπευθύνουμε τώρα τό λόγο στούς ἀναδόχους σας, γιά νά μάθουν καί ἐκεῖνοι ποιῶν ἀμοιβῶν ἀξιώνονται, ἐάν δείξουν γιά ἐσᾶς πολύ φροντίδα καί ἀντιθέτως ποιά τιμωρία τούς ἀναμένει ἄν ἀμελήσουν;

Γιά νά τό ἐννοήσεις σκέψου, ἀγαπητέ, ἐκείνους πού γίνονται ἐγγυητές καί ἀνάδοχοι προσώπων πού δανείζονται χρήματα, ὅτι περισσότερο ἀπό τόν ὑπεύθυνο καί δανειζόμενο ἐκεῖνοι ὑφίστανται τήν ἀγωνία καί τόν φόβο. Ἄν δηλ. αὐτός πού δανείστηκε, φανεῖ συνεπής, μέ τήν συνέπειά του κατέστησε ἐλαφρό τό φορτίο, πού ἀνέλαβε ὁ ἐγγυητής. Ἄν άντιθέτως φανεῖ ἀγνώμονας καί ἀσυνεπής, τότε τοῦ ἑτοίμασε τέλεια τήν καταστροφή. Γι’ αὐτό καί ἕνας σοφός συμβουλεύει τά ἑξῆς: «Ἐάν ἐγγυηθῆς, ἑτοιμάσου νά πληρώσης» (Σοφ. Σειράχ η΄, 13). Ἐάν λοιπόν ὅσοι ἀναδέχονται ἄλλους γιά χρήματα εἶναι ἀπολύτως ὑπεύθυνοι γιά ὁλόκληρο τό ποσό, περισσότερο εἶναι ὑπεύθυνοι ἐκεῖνοι πού ἀναδέχονται ἄλλους καί ἐγγυῶνται γιά πνευματικά θέματα καί γιά τήν ἀρετή. Ναί· πολύ ἐνδιαφέρον πρέπει νά ἐπιδεικνύουν γι’ αὐτούς πού ἀναλαμβάνουν, προτρέποντάς τους, συμβουλεύοντάς τους, διορθώνοντας τά σφάλματά τους καί δείχνοντάς τους πατρική ἀγάπη.

   [Καί συνεχίζει ὁ ἱερός πατήρ].

Ἄς μή νομίζουν αὐτοί, ὅτι τό νά εἶναι ἀνάδοχοι εἶναι τυπικό καί τυχαῖο πρᾶγμα, ἀλλά ἄς μάθουν καλά, ὅτι καί αὐτοί γίνονται συμμέτοχοι τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας τῶν ἀναδεκτῶν, ἐαν μέ τίς συμβουλές τους τούς χειραγωγήσουν στήν ὁδό τῆς ἀρετῆς, καί ἄς γνωρίζουν πάλι ὅτι ἄν δείξουν ἀμέλεια καί ἀδιαφορία, θά ἐπιφέρουν στόν ἑαυτό τους μεγάλη καταδίκη. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί ἐπικρατεῖ ἡ συνήθεια καί πατέρες ἤ μητέρες πνευματικούς νά τούς ὀνομάζουν αὐτούς τούς ἀναδόχους, γιά νά μάθουν πόση ἐπιμέλεια πρέπει νά δείχνουν γιά νά μορφώνουν πνευματικά ὅσους ἀναλαμβάνουν.

Διότι, ἐάν ἐκείνους πού δέν ἔχουν καμμία ἰδιαίτερη σχέση μέ ἐμᾶς, πρέπει νά τούς κινήσουμε τόν κύριο ζῆλο τῆς ἀρετῆς, πολύ περισσότερεο ὀφείλουμε νά ἐπιτελέσουμε τό καθῆκον ἀπέναντι σ’ ἐκεῖνον, τόν ὁπιοῖο ἀναδεχόμαστε ὡς πνευματικό μας τέκνο. Γιά τόν λόγον λοιπόν αύτόν, μάθετε καί οἱ ἀνάδοχοι ὅτι δέν σᾶς ἀπειλεῖ μικρός κίνδυνος, ἐάν δείξετε στό καθῆκον αὐτό ἀμέλεια (Ἰ. Χρυσοστόμου, Β΄Κατήχησις).

Καί τίθεται τώρα τό ἐρώτημα: Οἱ ἀνάδοχοι σήμερα γνωρίζουν τήν ἀποστολή τους; Ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι τό καθῆκον τους δέν ἐξαντλεῖται στό νά ἀγοράζουν ἐνδύματα καί δῶρα στά παιδιά πού ἀναλαμβάνουν, ἀλλά τό κύριο καί βασικό καθῆκον τους εἶναι νά διδάξουν τήν ὀρθή πίστη στά πνευματικά τους τέκνα; Γνωρίζουν πρῶτα οἱ ἴδιοι τήν Ὀρθόδοξη πίστη, καί ζοῦν σωστά οἱ ἴδιοι τήν Χριστιανική ζωή γιά νά μπορέσουν στήν συνέχεια νά τήν μεταδώσουν στίς ψυχές πού ἔχουν ἀναλάβει;

Ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ἄν κάποιος ζεῖ μέσα σέ βαριά ἠθικά παραπτώματα, ἄν δέν μετανοήσει καί δέν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς δέν μπορεῖ νά γίνει ἀνάδοχος;

Κατανοήσαμε ὅτι ὅσοι συζοῦν παράνομα ἤ ἔχουν τελέσει τόν λεγόμενο πολιτικό γάμο, ἔχουν ἀποκόψει τόν ἑαυτό τους ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα δέν μποροῦν καί δέν ἔχουν τό δικαίωμα νά ἐγγυηθοῦν γιά τήν ψυχή τοῦ ἄλλου;

Πραγματικά πῶς εἶναι δυνατόν νά κατηχήσει μιά ψυχή καί νά τήν ὁδηγήσει στήν ἀλήθεια ἕνας πού ἔχει ξεφύγει ἀπό τήν ὁδό τῆς ἀληθείας;

Εἶναι συγκλονιστικό ἀλλά καί σωτήριο νά συνειδητοποιήσει ὁ ἀνάδοχος ὅτι θά δώσει λόγο στόν Θεό γιά τήν ψυχή ἤ τίς ψυχές πού ἔχει ἀναλάβει.

Καί ἐπειδή ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, εἶναι δηλ. τόσο σοβαρή ἡ ὑπόθεση τό νά γίνει κανείς ἀνάδοχος, γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν ν’ ἀναλάβουν τόν ρόλο αὐτό οἱ μή Χριστιανοί. Δέν μποροῦν νά γίνουν ἀνάδοχοι οἱ ἄθεοι καί ἄπιστοι, οἱ ἀλλόθρησκοι, οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοί, οἱ ἀφορισμένοι, ὅσοι ἀνήκουν σέ ἀποκρυφιστικά τάγματα καί ὀργανώσεις καί γενικῶς ὅσοι ἔχουν ἔκλυτο βίο καί ἔχουν καταδικαστεῖ γιά ἠθικά παραπτώματα. Ἀκόμα δέν μποροῦν νά ἀναλάβουν τό ρόλο τοῦ ἀναδόχου ὅσοι δέν ἔχουν συνείδηση τῶν πράξεών τους καί γενικῶς οἱ ἀκαταλόγιστοι, ὅπως τά μικρά παιδιά, ὅσοι πάσχουν διανοητικῶς κ.λπ. Ἐπίσης δέν μποροῦν νά γίνουν ἀνάδοχοι οἱ γονεῖς τοῦ τέκνου, οἱ κληρικοί ὅλων τῶν βαθμῶν καί οἱ μοναχοί. Μόνο σέ εἰδικές καί ἔκτακτες περιπτώσεις μπορεῖ νά γίνει ἐξαίρεσις ὡς πρός τούς μοναχούς, κατόπιν ὅμως ἀδείας τοῦ Ἐπισκόπου καί γενικῶς τῆς προϊσταμένης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς.

Εἴπαμε στήν ἀρχή ὅτι τό θέμα μας δέν εἶναι αὐτό καθ’ ἑαυτό τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, ἀλλά ὁ ἀνάδοχος. Στό σημεῖο ὅμως αὐτό καί σέ συνδυασμό μέ τόν ἀνάδοχο εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε κάποια πράγματα γιά τό βάπτισμα τῶν παιδιῶν. Καί τοῦτο, διότι μέσα στά τόσα πολλά καί παράδοξα τῆς ἐποχῆς μας, βλέπουμε καί τοῦτο· νά ὑπάρχουν γονεῖς πού ἀποκτοῦν ἕνα ἤ καί περισσότερα παιδιά, καί νά ἀρνοῦνται νά τά βαπτίσουν. Τά ἀφήνουν νά μεγαλώσουν ἀβάπτιστα μέ τή δικαιολογία, νά μεγαλώσουν καί ἄν μόνα τους τό ζητήσουν, τότε τά βαφτίζουμε. Ἔτσι ὑπάρχουν σήμερα παιδιά οἰκογενειῶν, κυρίως σέ μεγάλες πόλεις, πού πηγαίνουν στό σχολεῖο, καί ὅμως δέν ἔχουν δεχθεῖ τήν χάρη τοῦ ἁγίου μυστηρίου. Προχωροῦν μάλιστα οἱ γονεῖς καί δίνουν ὄνομα στό παιδί τους ἤ στά παιδιά τους, χωρίς ὅμως αὐτά νά περάσουν ἀπό τά ἁγιασμένα ὕδατα τῆς κολυμβήθρας.

Βέβαια στό «ἐπιχείρημα» τῶν γονέων ὅτι τ’ ἀφήνουν νά μεγαλώσουν καί ἐάν μόνα τους τό ζητήσουν, τότε θά τά βαφτίσουν, θά μποροῦσε κανείς νά ἀπαντήσει ὅτι ἄν θέλουν νά εἶναι συνεπεῖς μέ τή θεωρία τους, τότε δέν θά πρέπει οὔτε στόν ἰατρό, οὔτε στόν παιδικό σταθμό, οὔτε στό νηπιαγωγεῖο, οὔτε στό σχολεῖο νά τά πᾶνε, ἄν δέν μεγαλώσουν καί δέν τό ζητήσουν μόνα τους καί γενικῶς τίποτε νά μήν προσφέρουν στά τέκνα τους ἄν τά ἴδια δέν συνειδητοποιήσουν ἀπολύτως κάτι καί δέν τό ζητήσουν μόνα τους…

Ἀλήθεια, τί συμβαίνει μέ αὐτούς τούς γονεῖς; Εἶναι βέβαιο ὅτι στήν καρδιά τους ἔχει περάσει ἡ ἀπιστία. Δέν πιστεύουν στό μυστήριο καί τή μεγάλη του ὠφελιμότητα. Καί δέν εἶναι μόνο ὅσοι καλύπτουν τή σχέση τους μέ τόν πολιτικό γάμο, πού συνήθως ἐνεργοῦν μέ πράξεις πού εἶναι ἀντίθετες μέ τήν Χριστιανική ζωή, εἶναι, δυστυχῶς, καί κανονικά στεφανωμένοι σύζυγοι, πού ὅμως ἐπηρεασμένοι ἀπό ἀθεϊστικές ἰδεολογίες καί ἀπό ἕνα νέο τρόπο ζωῆς πού προβάλλεται κατά κόρον στά Μ.Μ.Ε., καταλήγουν στήν ἀπόφασή τους αὐτή μέ ἀποτέλεσμα νά ζημιώνονται τά ἴδια τους τά παιδιά καί φυσικά ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια…

Δέν ἀποκλείεται ὅμως ἡ στάση αὐτή σέ ὁρισμένες περιπτώσεις νά στηρίζεται καί σέ ἄγνοια, γι’ αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά ἐπισημανθοῦν κάποιες ἀλήθειες πού διαφωτίζουν ὅσους ἀγνοοῦν τά πράγματα καί διαθέτουν ἁγνή καί εἰλικρινή διάθεση.

Ὅπως τονίσαμε, ἐξ άρχῆς ὑπῆρχε, ἀλλά κυρίως ἀπό τόν δ΄αἰ. εἶχε ἐπικρατήσει σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία ὁ νηπιοβαπτισμός, δηλ. οἱ γονεῖς νά βαπτίζουν τά τέκνα τους ὅταν αὐτά βρίσκονται στήν νηπιακή ἡλικία. Βεβαίως τά νήπια δέν εἶναι σέ θέση νά ἐννοήσουν τί τούς προσφέρεται μέ τό ἅγιο βάπτισμα, ὥστε συνειδητά νά μετέχουν στό ἅγιο μυστήριο. Ὅμως εἶναι τό ἴδιο βέβαιο ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει ἀντίσταση καί ἄρνηση. Φυσικά τό νήπιο δέν προβάλλει καμμία ἄρνηση στή χάρη τοῦ μυστηρίου, καί ἑπομένως ἡ χάρις ἐνεργεῖ καί φέρνει τά θαυμαστά ἀποτελέσματα πού προσφέρει τό Βάπτισμα.

 Αὐτός πού ἐνδιέτριψε περισσότερο στό θέμα τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ρωτάει τούς γονεῖς: «Νήπιον ἔστι σοι;» Σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός παιδάκι; Βάπτισέ το. «Μή λαβέτω καιρόν ἡ κακία». Πρόσεξε· μή τό ἀφήνεις ἀβάπτιστο. «Ἐκ βρέφους ἁγιασθήτω ἐξ ὀνύχων καθιερωθήτω τῷ Πνεύματι». Ἀπό τή βρεφική του ἡλικία ἄς ἁγιασθεῖ· ἀπό πολύ μικρό ἄς καθιερωθεῖ μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στρεφόμενος δ’ πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν ἀκόμα τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα, προσθέτει: «οὐδέ δεῖ σοι περιαμμάτων καί ἐπασμάτων, οἷς ὁ πονηρός συνεισέρχεται, κλέπτων εἰς ἑαυτόν ἀπό τοῦ Θεοῦ τό σέβας, ἐν τοῖς κουφοτέροις. Δός αὐτῷ τήν Τριάδα, τό μέγα καί καλόν φυλακτήριον». Δηλ. δέ σοῦ χρειάζονται τραγούδια καί ἐπωδές καί φυλαχτά (ἐννοεῖ ὁ ἅγιος, ὅσα ἀπό εἰδωλολατρικές συνήθειες εἶχαν εἰσβάλει σέ χριστιανικές οἰκογένειες), διότι μαζί μέ αὐτά μπαίνει ὁ πονηρός. Αὐτός ὁ πονηρός, κλέβει ἀπό τόν Θεό καί κάνει δικό του τό σεβασμό πού ἀνήκει στόν Κύριο. Αὐτά γίνονται ἀπό τούς ὀλιγόμυαλους καί κούφιους. Δῶσε στό παιδί σου τήν Τριάδα, πού εἶναι τό μεγάλο καί καλό φυλακτήριο.

Αὐτά τά τόσο σοφά λόγια κηρύττει σέ ὅλους τούς Χριστιανούς γονεῖς ὁ μεγάλος αὐτός Θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος.

Ἄλλωστε στό ἔργο αὐτό τοῦ συνδέσμου τοῦ παιδιοῦ μέ τόν Θεό, ἔχουν ὁριστεῖ μαζί μέ τούς γονεῖς καί οἱ ἀνάδοχοι. Νά βοηθήσουν δηλ. τόν βαπτιζόμενο νά ἐξελιχθεῖ σ’ ἕναν καλό καί συνειδητοποιημένο Χριστιανό.

Ἐδῶ ἀκριβῶς στηρίζεται καί ὁ νηπιοβαπτισμός, στήν πίστη δηλ. τῶν γονέων καί τοῦ ἀναδόχου.

Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη νά βαπτίζονται τά νήπια τῶν γονέων πού δέν ἔχουν ἀπορρίψει συνειδητά τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη. Εἶναι ἀνάγκη, διότι μεγάλα καί θαυμαστά εἶναι τά ἀποτελέσματα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος σ’ αὐτόν πού λαμβάνει τή χάρη του μυστηρίου εἴτε συνειδητά, ὅταν εἶναι μεγάλος, εἴτε ἀσυνείδητα, ὅταν βρίσκεται στή νηπιακή του ἡλικία.

Ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη δογματική μας διδασκαλία, στό ἅγιο βάπτισμα συντελεῖται ἀναγέννησις, βαθειά καί ριζική ἀλλοίωσις καί μεταβολή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μας. Ἀναγέννησις, πραγματική παλιγγενεσία, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας χαρακτήρισε ὡς «γέννησιν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος».

Ἐάν αὐτή δέν συντελεσθεῖ κατά τό ἅγιο βάπτισμα, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια ἐκφράζει καί ὁ ἱερός Κύριλλος Ἱεροσολύμων στήν τρίτη μυσταγωγική του κατήχηση, πού μέ πολύ πόνο διακηρύττει, ἐκφράζοντας τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «εἴ τις μή λάβῃ βάπτισμα, σωτηρίαν οὐκ ἔχει». Ὅποιος δηλ. δέν λάβει τό ἅγιο βάπτισμα, δέν μπορεῖ νἀ σωθεῖ. Καί προσθέτει: Μπορεῖ κανένας νά εἶναι ἐκ φύσεως ἀγαθός, καλόγνωμος στίς ἐκδηλώσεις του καί τά καθημερινά του ἔργα. Ὅμως ἐάν δέν λάβει τή σφραγίδα τοῦ ὕδατος, δηλ. δέν βαπτισθεῖ, «οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

Ἀλλά νά προσθέσουμε καί τοῦτο. Πόσα νήπια κινδυνεύουν ἀρκετές φορές εἴτε ἀπό ἀσθένειες εἴτε ἀπό ἀτυχήματα, νά φύγουν ἀπό τή ζωή ἀβάπτιστα; Πόσοι κίνδυνοι παραμονεύουν καθημερινῶς μικρούς καί μεγάλους; Τόσο ὑλικοί ὅσο καί πνευματικοί. Καί πόσο προσπαθεῖ ὁ διάβολος νά προσβάλει καί νά ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία καί μάλιστα σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα…

Ὅλα αὐτά λοιπόν θά πρέπει μαζί μέ τούς γονεῖς νά τά γνωρίζει καί ὁ ἀνάδοχος καί νά προσπαθεῖ, ἀφοῦ πρῶτα ὁ ἴδιος ζεῖ τή ζωή τῆς πίστεως, νά μεταλαμπαδεύσει αὐτή τή ζωή τῆς χάριτος στό πνευματικό του τέκνο.

Ναί· καί θά τοῦ κάνει τά δῶρα του καί θά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν πρόοδό του στά μαθήματα καί γενικῶς στή ζωή καί θά βοηθήσει καί ὑλικῶς ἄν χρειασθεῖ καί ἄν ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ ἀναδόχου καί οίκονομική δυνατότητα, ἀλλά κυρίως δέν θά πρέπει νά λησμονεῖ ποτέ μά ποτέ ὅτι ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων ὁ ἀνάδοχος εἶναι ὑπεύθυνος καί τελικῶς θά τοῦ ζητηθεῖ καί λόγος.

Νά δώσει ὁ Ἅγιος Θεός ὅσοι ἔχουν τήν εὐλογία νά εἶναι ἀνάδοχοι καί ὅσοι θά γίνουν ἀνάδοχοι νά συνειδητοποιήσουν τό μέγεθος τοῦ ἔργου τους, ὄχι βέβαια γιά νά ἀποθαρρυνθοῦν, ἀλλά γιά νά ξεκινήσουν καί νά ὁλοκληρώσουν σωστά τό μεγάλο αὐτό ἔργο τοῦ στηριγμοῦ καί τῆς χριστιανικῆς κατηχήσεως τῶν ψυχῶν πού τούς ἐμπιστεύονται οἱ γονεῖς καί ἡ Ἐκκλησία μας.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2022

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ, ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ

«Σήμερα, λοιπόν, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἡ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἡ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ φόβος τους. Γι᾿ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία.

Θὰ τὸ πῶ μὲ δυὸ λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ πορεία: Δυὸ μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε «μεῖνε μαζί μας». Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.

Οἱ δυὸ μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. «Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν». Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πρᾶγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: «δὲν Τὸν ξέρουμε». Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πρᾶγμα: μαζὶ μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ Αὐτὸς συμπορεύεται. Καὶ ἂς μὴν Τὸν διακρίνουμε.

Ὁ Χριστός, στὴ συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι᾿ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν «οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου» καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴ συνέχεια λένε κι οἱ δυό τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴ δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, «Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον»».

Τοὺς δίνει, λοιπόν, τὴ δυνατότητα ὁ Χριστὸς νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ᾿ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία». Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Νομίζω ὅτι ὁ μεγάλος δάσκαλος, ὁ Χριστός, αὐτὸ ἤθελε νὰ ποῦν κι αὐτοί. Αὐτὸ ἤθελε νὰ βγάλει ἀπὸ μέσα τους: ὅτι, κοίταξε, μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε - καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις.

Ὅμως ἀρχίζει Ἐκεῖνος καὶ μιλᾷ: «Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται». Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴ φράση τὴ μεγάλη παρακάτω: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;» Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴ δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε;

Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: «παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους.

Καὶ «ἐν τῷ κατακλινθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἀπέδιδον αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν». Μετὰ ἀπὸ τὸν λόγο, τὴν ἱερολογία, φτάσαμε στὴν ἱερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε τίποτα, ἀλλὰ τεμάχισε τὸν ἄρτο. Ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου Τὸν γνώρισαν καὶ μόλις Τὸν γνώρισαν ἔγινε ἄφαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅταν λέμε χάθηκε, ἐννοοῦμε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε θὰ τὸν ἔχαναν, θὰ ἔλεγαν ὅτι «Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ», θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῷ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους» σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία.

Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν. Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο «ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ». Ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πονέσουμε, ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πεθάνουμε, δὲν σταυρωθοῦμε, δὲν πρόκειται νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴ δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά.

Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴ δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου. Στὴ συνέχεια θὰ ἔρθει καιρός, ὅταν φτάσεις πιὰ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, ὅταν φτάσεις στὸν πολὺ πόνο καὶ εἶσαι μαζί Του, νὰ διανοιχτοῦν οἱ ὀφθαλμοί σου. Τότε Τὸν βλέπεις, Ἐκεῖνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκῶς μαζί σου...

Ἐντάξει ἡ λογική μας, ἐντάξει ἡ ἀναζήτησή μας ἀλλὰ εἴμαστε πλασμένοι γιὰ κάτι μεγαλύτερο. Ὅ,τι κι ἂν πετύχουμε μὲ τὴ δική μας ἀναζήτηση, μὲ τὴ δική μας γνώση δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴ δόξα Του. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, «ἔνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου» αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πρᾶγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία.

Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: «ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε, σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σε αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική· ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μέσ᾿ στὴν καρδιά του ὅλους.

Καὶ ταυτόχρονα ἐνῷ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴ στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, «τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ Νοῦς ἄνεισιν». Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μιὰ νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.

Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;

* * *

«Βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε»

Μὰ λέει κανείς: «βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε». Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος «τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε». Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴ γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.

Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μας δίνει τὴ δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴ ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δυὸ μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεθσημανή, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεθσημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς.

Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν «κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε». Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

Ὅποτε ἕνα πρᾶγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πύραυλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴ ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος.

Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ χαρά, ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ ζωή, λέει: «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες». Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα...

Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν θάνατο

Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δρᾶμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ᾿ ἀρχὴν δίνει τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας.

Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο; Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴ λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴ λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ δι᾿ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴ σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.

Τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργεῖται στὸν ὑπερῷον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴ δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.

Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη «ἐκ τοῦ μὴ ὄντως εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε» καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴ δοκιμασία βγαίνει μία χαρὰ καὶ μία ἀγαλλίαση ἡ ὁποία ξεπερνᾷ ὅλες τὶς δοκιμασίες.

Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μία ζεστασιὰ καὶ μία εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴ μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: «μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν», μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Ἄλλα σχόλια δὲν θέλουμε πιά. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει. Ὁ πόνος ἔχει νόημα ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴ μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα.

Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος, ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι ΜΠOΡΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠOΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἡ ἀπεριόριστη, ἡ αἰώνια ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα ἱερουργεῖται καὶ ὑπάρχει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν μικρὴ τὴν ἐλάχιστη καὶ περιφρονημένη ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς...

Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σας πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾷ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε».

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ, ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ

Ο γέρων Πορφύριος είναι γεννημένος ήρωας του Πνεύματος. Τολμηρός. Σαν άλλος Κολόμβος, βγαίνει στον απέραντο ωκεανό για την αναζήτησι του νέου κόσμου που ποθεί η ψυχή του.

Δώδεκα χρόνων φεύγει μόνος του για το Άγιον Όρος εν αγνοία των γονέων του. Προχωρεί στο άγνωστο, ελκόμενος και καθοδηγούμενος από τον μυστικό έρωτα που φλογίζει την καρδιά του.

Κάνεις δεν τον στέλνει και κανείς δεν τον περιμένει. Τον καλύπτει αοράτως «ο φυλάσσων τα νήπια» Θεός. Τα φέρνει έτσι η Παναγία, και καταλήγει στα Καυσοκαλύβια, στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου. Εκεί ζούν δύο γέροντες, απλοί, αδροί. Γνήσιοι αγιορείτες. Γεωργούν τον αγρό της ψυχής τους. Κάνουν τα καλογερικά τους. Αγαπούν τις ακολουθίες. Λένε την ευχή. Δεν έχουν καμία ιδέα για τον εαυτό τους. Τρέφονται από την παράδοσι του ιερού τόπου, όπως τα αιωνόβια δέντρα από το χώμα του Αγίου Όρους.

Δέχονται αυτό το δωδεκάχρονο παιδί. Δεν του κάνουν ιδιαίτερες διδασκαλίες. Το αγαπούν -και το καταλαβαίνει-, χωρίς να του λένε ποτέ μπράβο. Απλώς, το παίρνουν στις ακολουθίες. Του δίδουν ένα κομποσχοίνι, να λέη την ευχή. Αυτός βοηθιέται, τρέφεται πνευματικά, με το να ζή μαζί τους· να τους βλέπη· και να αναπνέη την ευωδία του Αγίου Όρους. […]

Για τον νέο αυτό δόκιμο όλα είναι αφορμή χαράς και γνώσεως. Σαν σφουγγάρι, ρουφά όλη τη χάρι από τις ψαλμωδίες, τις εικόνες και όλο το περιβάλλον της Σκήτης. Τα πάντα τον ενθουσιάζουν και του μιλούν· η ακολουθία στην Καλύβη, η αγρυπνία στο Κυριακό, όλη η φύσι του Αγίου Όρους: τα νερά, τα δέντρα, τα πουλιά, τα βράχια.

Πράγματι, το «περιέχον» είναι «λογικόν και φρενήρες».  Το περιβάλλον είναι άγιο και ιερό. Το νοιώθει, το ζή. Ευχαριστεί τον Θεό που τον έφερε σε τούτο τον παράδεισο. Ομολογεί ότι «η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου…».

Λέει: «Πρέπει να φύγω, να χαθώ, να μην υπάρχω». Θέλει να βρεθή με τους ανύπαρκτους, τους ταπεινούς, και τους Αγγέλους. Και επειδή είναι αληθινό και συνειδητό αυτό που ζητά, η δέησί του να χαθή δεν μένει χωρίς ανταπόκρισι. Ο Θεός που τον προστάτεψε, όταν μόνος του πήρε τον δρόμο για το Όρος, και τώρα ακούει τον πόθο της καρδιάς του. Ένα βράδυ, στον σκοτεινό νάρθηκα του Κυριακού ναού της Σκήτης, πριν αρχίση η ακολουθία, φτάνει ένας «χαμένος» ασκητής, ένας περιφρονημένος μοναχός, ο Γερο-Δημάς, που ζή σ’ ένα ξεροκάλυβο πάνω από τη Σκήτη. Μέσα στον σκοτεινό και άδειο χώρο αρχίζει ο Γέροντας τις μετάνοιες. Λέει την ευχή. Έξαφνα βγάζει μία κραυγή δοξολογίας. Πλημμυρίζει από φως. Και αμέσως παίρνει φωτιά η εύφλεκτη ύλη του μικρού μοναχού. Δέχεται τη χάρι. Συγκλονίζεται, σαν να έπεσε πάνω του κεραυνός. Αναλαμβάνεται σε άλλο κόσμο. Τρέμει σύγκορμα. Ανοίγουν οι αισθήσεις του. Βλέπει τα αόρατα. Σπαρταρά από λυγμούς. Το μέγεθος της ευλογίας ξεπερνά την αντοχή του. Πνίγεται στο κλάμα. Δεν μπορεί να μιλήση. Μόλις τελειώνει η ακολουθία, τρέχει στο δάσος. Ξεσπά σε κραυγές: Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ!

Ο ουρανός απάντησε. Τα βλέπει όλα καθαρά, τα αισθάνεται. Τα ακούει, τα οσφραίνεται από μακριά. Βλέπει τι συμβαίνει στην ψυχή του ανθρώπου. Βλέπει τι συμβαίνει στο βάθος της γής. Χάνεται μέσα στην απέραντη αγκαλιά της αγάπης του Θεού. Μπορεί ένα τόσο μικρό παιδί να σηκώση ένα τόσο μεγάλο χάρισμα; Ναί· ο Θεός ξέρει τι κάνει. Αυτός συγκλονίζεται από την αγάπη του Θεού. Συνεχίζει την πορεία του μέσα στον παράδεισο της θείας ευφροσύνης. Κολυμπά κυριολεκτικά μέσα στην πλησμονή της χαράς. Τα βρίσκει όλα. Μας βρίσκει όλους, σαν ένα άνθρωπο.

Προσεύχεται. Μένει εκεί. Ταπεινώνεται και αναλαμβάνεται μέσα στα μυστήρια του Θεού και μας τα κοινοποιεί. Δεν παίρνει αέρα το μυαλό του. Μένει ξένος από κάθε ύβρι και οίησι. Είναι μεγάλος, δηλαδή ταπεινός, και παραμένει. Δεν εντυπωσιάζεται από τα χαρίσματα αλλ’ απ’ Αυτόν που τα δίδει. Μια ζωή έμεινε «κεκρυμμένος συν τω Χριστώ εν τω Θεώ», γεμάτος από τη Χάρι. Είπε: «Ο άνθρωπος με τον Χριστό γίνεται χαριτωμένος και ζη έτσι πάνω από το κακό. Το κακό γι’ αυτόν δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το αγαθό, ο Θεός».

«Όταν είναι κάνεις άδειος από τον Χριστό, τότε έρχονται χιλιάδες άλλα και τον γεμίζουν: ζήλιες, μίση, ανία, μελαγχολία, αντίδρασι».

«Εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώσι του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα». Είναι θεοφόρος. Ο Θεός που του έδωσε το σθένος να έλθη δωδεκάχρονος στο Αγιον Όρος του έστειλε μία ασθένεια. Αρρωσταίνει. Δεν μπορεί να μείνη. Βγαίνει έξω από το Άγιον Όρος. Ο Αρχιεπίσκοπος του Σινά Πορφύριος, όταν τον γνώρισε στην Εύβοια, εξεπλάγη και τον χειροτόνησε ιερέα 20 ετών, δίδοντάς του το όνομα Πορφύριος.

Ο ακαδημαϊκός Αμίλκας Αλιβιζάτος, όταν τον γνώρισε τριαντατετράχρονο, εξεπλάγη και ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο να τον τοποθέτηση -αυτόν που είχε πάει μόνο στην πρώτη Δημοτικού-εφημέριο στην Πολυκλινική Αθηνών, στην Ομόνοια. Εκεί μένει 33 χρόνια (1940-1973). Γίνεται γνωστός ως μία αύρα του Πνεύματος και ένα θείο χαμόγελο για όλο τον κουρασμένο κόσμο της περιοχής. Αγαπά και φωτίζει όλους, όπως ο Θεός ανατέλλει τον ήλιο «επί πονηρούς και αγαθούς» (Ματθ. 5,45). Δεν αποπαίρνει κανένα.

Παρηγορεί και αγιάζει τους πάντες.  Φτάνει μέχρι και τον «οίκο ανοχής» -όταν αγίαζε κατά τα Φώτα. Δεν παραξενεύεται. Χαίρεται. Ψάλλει μ’ όλη του την καρδιά το «Έν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε…».  Καλεί και αυτά τα πονεμένα πλάσματα να φιλήσουν τον Σταυρό και να παρηγορηθή «η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη». Γίνεται γνωστός ως μία ευλογία για όλους.  Ένα αγγελικό πρόσωπο. Ένα θείο παιδί που παίζει. Μια ευωδία που απλώνεται και βρίσκει κάθε ψυχή. Είναι αγράμματος και πάνσοφος. Είναι ποιητής θεόπνευστος, λογοπλάστης και ανθρωποπλάστης. Λέει: Πρέπει να είσαι ποιητής, για να γίνης χριστιανός. Ο Χριστός χοντροκομμένες ψυχές δεν τις δέχεται. Λέει: Όλα τα έβλεπα, τα γνώριζα αλλά δεν μιλούσα.

Μιλούσε διακριτικά, όταν και όσο χρειαζόταν, για να δώση κουράγιο στον άλλο, τον πονεμένο και άρρωστο. Να του πή πόσο ο Θεός είναι αγάπη. Μιλούσε ελεύθερα. Και σου μετέδιδε την παιδικότητα του Παραδείσου που είχε μέσα του. Έλεγε ό,τι σκεφτόταν και ό,τι είχε κάνει: ήθελε να μάθη αρμόνιο· είχε φτιάξει ένα πρωτόγονο ραδιόφωνο που δούλευε όλο το εικοσιτετράωρο. Και σε βοηθούσε να πής και σύ ό,τι σκεφτόσουν. Η εξομολόγησι σ’ αυτόν γινόταν σαν μία φιλική συζήτησι. Ήταν ένα παιδί του Θεού μέχρι τέλους. Σου παρουσιαζόταν όπως ήταν. Δεν σου παρίστανε φτιαχτά τον άγιο και τον άψογο. Δεν φοβόταν την πραγματικότητα. Δεν ήθελε να δοξασθή από τους ανθρώπους. Ήθελε να δοξασθή το όνομα του Θεού. Του Θεού, που «βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5, 45). Αυτός ήταν ο π. Πορφύριος, που εκοιμήθητο 1991 στο κελλί που εκάρη μοναχός. Ήταν μία φωτεινή παρουσία αλήθειας και παρακλήσεως, γιατί μας μετέδωσε δωρεάν τη χάρι του Θεού που είχε μέσα του. Δεν μας διαφήμισε τις αρετές και το άψογον της ζωής του. Αν ο π. Πορφύριος έμενε στα χαρίσματα και μ’ αυτά ήθελε να δοξασθή ως χαρισματούχος και να καταπλήξη τον κόσμο με τις θαυματουργίες του, θα γινόταν ίσως μια Αθανασία του Αιγάλεω ή κάποιος παρόμοιος ψευδοπροφήτης από τους πολλούς που ταλαιπωρούν τον κόσμο. Τώρα είναι ο γέρων Πορφύριος, το αχάραχτο διαμάντι, το χαμογελαστό παιδί του Θεού, που διώχνει τον ζόφο της κολάσεως και της κατήφειας· βοηθά «να αισθανθή ο κόσμος το αγκάλιασμα που κάνει ο Χριστός σε όλους μας».

Πάει πέρα από τα χαρίσματα. Είναι θεοφόρος και θεοκίνητος. Είναι σοφός και ήρεμος. Έχει τη χαρά και την απλότητα του παιδιού του Θεού. Δεν ταράζεται ατομικά. Δεν κραυγάζει ποτέ μεταδίδοντας την κρυάδα που προκαλεί ο πλανεμένος και ψευδοπροφήτης «ως ιδίαν έχων φρόνησιν» (πρβλ. απ. 2).

Είναι γαλήνιος. Μιλά «ήρεμα, απλά και απαλά». Χωρίς ανθρώπινους εκνευρισμούς· μεταφέρει τη βεβαιότητα της πίστεως. Με ένα χαμόγελο ουράνιο όλα τακτοποιούνται. Αθόρυβα και αναίμακτα καταστρέφεται ο παλαιός άνθρωπος. Τα πάθη μεταβάλλονται, μεταμορφώνονται σε δυνάμεις υπηρετικές του ανθρώπου για την πνευματική του προκοπή και σωτηρία. Ζή και ομολογεί ότι η ταπείνωσι είναι η καρδιά της ψυχής. Ο εγωισμός είναι κουταμάρα και αρρώστια που ζαλίζει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην πλάνη. Είπε: Όταν φύγω, θα είμαι πιο πολύ μαζί σας. Και έτσι είναι.

Από το βιβλίο: Το κάλλος θα σώση τον κόσμο, έκδ. Ι. Μ. Ιβήρων, Άγ. Όρος

Πηγή: Περιοδική Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, «Ορθόδοξα Μηνύματα», έτος στ΄, τ. 16, σελ. 10-11, Νοέμβριος 2015 – Μάρτιος 2016.

Πηγή: www.antifono.gr