Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΟΥΡΟΖ ΑΝΤΩΝΙΟΥ BLOOM

Όταν η Σαμαρείτης βιάστηκε για να γυρίσει στο χωριό της και άρχισε να καλεί τους γείτονές της για να έρθουν και να δουν το Χριστό, είπε: Ελάτε! Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος μου τα είπε όλα όσα έκανα! Και ο κόσμος μαζεύτηκε και άκουγε όσα ο Χριστός είχε να τους πει.

Καμιά φορά σκεφτόμαστε: Τι απλά ήτανε τότε! Πόσο εύκολα η γυναίκα μπόρεσε να πιστέψει, και τι εύκολο ήταν για αυτήν, αφού μόλις είχε εντυπωσιαστεί από την θαυμάσια συνάντηση, στράφηκε στους άλλους για να τους πει: “Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μιλάει, όπως δεν μίλησε ποτέ ένας άνθρωπος. Να δείτε τον άνθρωπο ο οποίος χωρίς να πω καμία λέξη, με κοίταξε και είδε το βάθος της καρδιάς μου και το σκοτάδι της ζωής μου. Είδε και τα κατάλαβε όλα!”. Άραγε δεν συμβαίνει αυτό με καθέναν από μας;

Ο Χριστός δεν της είχε πει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Της είπε μόνο, ποια είναι, πώς είναι η ζωή της, πώς τη βλέπει ο Θεός. Αυτό μπορεί να μας το πει κάθε μέρα και όχι μέσα από ένα μυστηριώδες βίωμα, όπως έχει συμβεί σε μερικούς αγίους, αλλά με πιο απλό τρόπο.

Αν στραφούμε στο Ευαγγέλιο και το διαβάζουμε κάθε μέρα ή το διαβάζουμε από καιρό σε καιρό με μια ανοιχτή καρδιά – την οποία δεν έχουμε πάντα – μπορούμε να φανταστούμε, πως ο Χριστός κρατάει μπροστά μας έναν καθρέπτη, στον οποίον βλέπουμε τον εαυτό μας, “ποιος είμαι”. Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτό που βλέπουμε ή, αντίθετα, να τρομάξουμε, πόσο διαφορετικοί είμαστε από ότι φαινόμαστε ή από τις δικές μας αυταπάτες για τον εαυτό μας. Ο Χριστός είπε στη γυναίκα: “Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου!”. Εκείνη αποκρίθηκε: “Δεν έχω άντρα”. Και ο Χριστός τότε απάντησε: «Σωστά είπες, γιατί πέντε άντρες πήρες, και αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου» …

Μερικοί πατέρες σχολίαζαν αυτή την κουβέντα με τα εξής: Ο Χριστός της είπε μεταφορικά: Ναι, ήσουν παντρεμένη με όλα όσα μπορούσαν να σου προσφέρουν οι πέντε αισθήσεις και έχεις καταλάβει ότι δεν μπορείς να βρεις ολοκληρωμένη ικανοποίηση από καμία από αυτές. Τώρα απόμεινες μόνο εσύ η ίδια: το σώμα σου και ο νους σου. Και αυτά δεν μπορούν να σε χορτάσουν περισσότερο από τις πέντε αισθήσεις, ούτε να σου δώσουν εκείνη την πληρότητα, που χωρίς αυτή δεν μπορείς να ζεις. …

Άραγε, δεν μας λέει ο Χριστός αυτό, όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όταν βάζει μπροστά μας την εικόνα, ποιος θα μπορούσαμε να είμαστε, όταν μας καλεί σ’ εκείνο το μεγαλείο, για το οποίο μας προόρισε; Για εκείνο το μεγαλείο, το οποίο ο απόστολος Παύλος περιγράφει σαν ώριμη ηλικία του Χριστού: Να είμαστε ανθρώπινοι, όπως Εκείνος. Επειδή είναι γνήσιος άνθρωπος που έφτασε την πληρότητα της ολόκληρης, ατελείωτης κοινότητας με το Θεό.

Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής. Το Ευαγγέλιο δεν είναι υλιστικό πηγάδι. Είναι πηγάδι για το άλλο νερό, το οποίο πρέπει να πίνουμε.

Ας ακολουθήσουμε αυτή τη γυναίκα! Ας συνειδητοποιήσουμε και ας καταλάβουμε, ότι όλα αυτά με τα οποία είμαστε δεμένοι σαν να τα είχαμε παντρευτεί, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Ας αναρωτηθούμε: Ποιος είμαι μέσα σε εκείνη τη εικόνα, όπου με βλέπει ο Θεός; Και τότε μπορούμε να πάμε στους άλλους για να τους πούμε: “Συνάντησα έναν άνθρωπο που έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά μου, και είδα τον εαυτό μου, όπως είμαι. Μου έχει πει τα πάντα για μένα. Έλα να δεις! Πάμε να τον ακούσεις”! Και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα ακούσουν και τότε θα στραφούν σε μας και θα πουν: “Η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά Αυτός είναι ο Χριστός και σ΄Αυτόν πιστεύουμε”.

Αμήν

Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

ΟΣΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ν’ αγαπάς το Θεό όπως Εκείνος θέλει, όχι όπως κάποιοι φαντασμένοι ονειροπόλοι νομίζουν πως Τον αγαπούν.

Μην εκστασιάζεσαι, μην εξάπτεις τα νεύρα και τη φαντασία σου, μην πυρώνεσαι από υλική φωτιά, από τη φλόγωση του αίματος. Θυσία ευάρεστη στο Θεό είναι η ταπείνωση, η συντριβή, «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη».

Ο Θεός αποστρέφει με οργή το πρόσωπό Του από θυσίες που προσφέρονται με αλαζονεία και θράσος, με οίηση και υπερηφάνεια, έστω κι αν η θυσία αυτή είναι «ολοκαύτωμα».

Η υπερηφάνεια εξάπτει τα νεύρα, θερμαίνει το αίμα, δημιουργεί φαντασίες, ξαναζωντανεύει τη ζωή της πτώσης. Η ταπείνωση ηρεμεί τα νεύρα, εξαλείφει τις φαντασίες, αποφεύγει τις πτώσεις και αναζωογονεί τη ζωή εν Χριστώ Ιησού.

Η υπακοή στο Θεό είναι καλλίτερη από την καλή θυσία, όπως κι η υποταγή είναι καλλίτερη από τα πάχια των κριαριών, λέει ο προφήτης στον Ισραηλίτη βασιλιά που τόλμησε να προσφέρει ψεύτικη θυσία (βλ. Α’ Βασ. Ιε’ 22).

Όταν θελήσεις να προσφέρεις στο Θεό τη θυσία της αγάπης, μην το κάνεις με ισχυρογνωμοσύνη ή κινούμενος από κάποια απερίσκεπτη παρόρμηση. Κάνε το με ταπείνωση, σε τόπο και χρόνο που όρισε ο Κύριος.

Πνευματικός τόπος όπου μόνο θέλει ο Κύριος να προσφέρονται οι θυσίες είναι η ταπείνωση, λέει ο αββάς Ποιμήν.

Ο Κύριος επισήμανε με ακρίβεια εκείνον που αγαπά, καθώς κι εκείνον που δεν αγαπά: «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει… ο μη αγαπών με τους λόγους μου ου τηρεί» (Ιωάν. ιδ’ 23-24).

Θέλεις να γνωρίσεις την αγάπη του Θεού; Απόφευγε κάθε πράξη, λόγο, σκέψη και αίσθημα που απαγορεύει το ευαγγέλιο.

Με την έχθρα σου προς την αμαρτία, που τόσο μισεί ο πανάγιος Θεός, θ’ αποδείξεις την αγάπη σου στο Θεό.

Αν από αδυναμία σου πέσεις σε κάποιο παράπτωμα, θεράπευσέ το αμέσως με τη μετάνοια.

Καλύτερα όμως είναι να φυλάγεσαι με εγρήγορση, ώστε ν’ αποφεύγεις να πέφτεις έστω και στα παραμικρά παραπτώματα.

Θέλεις να γνωρίσεις την αγάπη του Θεού;

Γνώρισε μ’ επιμέλεια τις ευαγγελικές εντολές κι αγωνίσου να τις τηρείς σε κάθε σου ενέργεια.

Προσπάθησε να κάνεις τις ευαγγελικές εντολές συνήθειές σου, ιδιότητές σου.

Ο άνθρωπος που αγαπά είναι φυσικό να κάνει το θέλημα εκείνου που αγαπά και μάλιστα με ακρίβεια. «Διά τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. Διά τούτο προς πάσας τας εντολάς σου κατωρθούμην, πάσαν οδόν άδικον εμίσησα» (Ψαλμ. ριη’ 127-128).

Τέτοια συμπεριφορά χρειάζεται για να διατηρήσεις την πίστη σου στο Θεό.

Πίστη είναι η αναλλοίωτη κατάσταση της αγάπης.

Χωρίς την κατάσταση αυτή η αγάπη διαλύεται, η πίστη εξαφανίζεται.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, η «Βασιλεία του Θεού και ο αντίχριστος» και το κεφάλαιο κεφάλαιο η «Αγάπη του Θεού». Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2008, σ. 126- 132.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

ΟΣΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΤΑ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΛΑΝΗ!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Οι δαίμονες χρησιμοποιούν πολλές φορές τα όνειρα για να ενοχλήσουν και να πληγώσουν τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι οι άπειροι στον πνευματικό αγώνα χριστιανοί που δίνουν σημασία στα όνειρα βλάπτονται, κάνουν μεγάλο κακό στον εαυτό τους.

Γι’ αυτό κι είναι σημαντικό πράγμα να μπορούμε να διακρίνουμε την ακριβή σημασία που έχουν τα όνειρα σ’ εκείνους τους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα αναγεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα.

Την ώρα του ύπνου η ύπαρξη του ανθρώπου βρίσκεται σε κατάσταση λήθης, χάνει την αυτοσυνειδησία της. Όλες οι εκούσιες δραστηριότητες κι εργασίες σταματούν, αδρανούν την ώρα του ύπνου.

Η μόνη δραστηριότητα που συνεχίζει τη λειτουργία της είναι εκείνη που είναι αναγκαία για τη ζωή του ανθρώπου, την ύπαρξή του, και δεν μπορεί να σταματήσει. Το αίμα συνεχίζει να κυκλοφορεί στο σώμα, το στομάχι χωνεύει την τροφή, οι πνεύμονες διατηρούν την αναπνοή, το δέρμα εφιδρώνει.

Οι σκέψεις, οι φαντασίες κι οι αισθήσεις εξακολουθούν να παράγονται στην ψυχή, αλλά μόνο με τη δράση της υποσυνείδητης φύσης μας, χωρίς να εξαρτιούνται από τη θέληση και τη λογική μας. Από τέτοιες φαντασίες, που συνοδεύονται κι από παράξενες σκέψεις κι εικόνες, αποτελείται το όνειρο.

Μοιάζει εξαιρετικά περίεργο το γεγονός ότι όλ’ αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τις θεληματικές, τις «εν επιγνώσει» σκέψεις του ανθρώπου. Όλα παρουσιάζονται ξαφνικά και

παράδοξα, σύμφωνα με τους νόμους και τις απαιτήσεις της φύσης μας. Συχνά ένα όνειρο μπορεί να μεταφέρει κάποιες σκέψεις ή επιθυμίες μας αλλά σκόρπιες, χωρίς συνοχή. Άλλα όνειρα μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάποιας ιδιαίτερης ηθικής κατάστασης του λογικού.

Έτσι ένα όνειρο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία ούτε και πρέπει εμείς να του δίνουμε τέτοια. Η επιθυμία που έχουν πολλοί άνθρωποι να βλέπουν στα παραληρήματα των ονείρων τους κάποια πρόβλεψη για το μέλλον τους ή για το μέλλον άλλων ανθρώπων ή κάποιο άλλο νόημα, είναι ολότελα παράλογη και ανόητη. Πώς μπορεί να γίνεται αυτό αφού δεν έχει ουσιαστική αιτία ύπαρξης;

Την ώρα που είμαστε ξύπνιοι οι δαίμονες έχουν πρόσβαση στις ψυχές μας. Πρόσβαση όμως έχουν ακόμα κι όταν κοιμόμαστε. Τότε μάλιστα μας πειράζουν για ν’ αμαρτήσουμε με το ν’ αναμιγνύουν τη δική τους φαντασία με τη δική μας. Σε περίπτωση μάλιστα που βλέπουν μέσα μας κάποιο ενδιαφέρον για τα όνειρα, τότε προσπαθούν ν’ αυξήσουν την προσοχή μας σ’ αυτά.

Έτσι σιγά-σιγά μας πείθουν να τα εμπιστευόμαστε. Και τέτοια εμπιστοσύνη βέβαια συνοδεύεται πάντα από πλάνη. Η πλάνη αλλοιώνει τις λογικές μας απόψεις, τις αποπροσανατολίζει. Και τότε όλη η ενεργητικότητά μας στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια. Κι αυτός είναι ο χώρος όπου θέλουν να μας οδηγήσουν οι δαίμονες.

Εκείνοι που έχουν προσχωρήσει σ’ αυτήν την εγωιστική θεώρηση των πραγμάτων γίνονται πολύ εύκολα θύματα των δαιμόνων. Γι’ αυτό κι εκείνοι αρχίζουν να εμφανίζονται στους πλανεμένους αυτούς ανθρώπους άλλοτε σαν άγγελοι φωτεινοί, άλλοτε με τη μορφή αγίων, μαρτύρων ή κι αυτής ακόμα της Μητέρας του Θεού κι άλλοτε ακόμα και με τη μορφή του ίδιου του Χριστού.

Οι δαίμονες χαίρονται ιδιαίτερα με τον τρόπο που ζουν οι πλανεμένοι αυτοί άνθρωποι και τους υπόσχονται ουράνιες απολαβές και στέμματα. Κι έτσι οι δαίμονες τους οδηγούν σε μεγάλα ύψη υπερηφάνειας και αυτοεκτίμησης. Το ύψος αυτό όμως δεν είναι τίποτ’ άλλο από την άβυσσο του ολέθρου και της πνευματικής καταστροφής τους.

Στην κατάσταση της πτώσης που βρισκόμαστε, αφού η φύση μας δεν έχει ακόμα αναγεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα, πρέπει να ξέρουμε πως δεν είναι δυνατό να δούμε άλλα όνειρα εκτός απ’ αυτά που ύπουλα και πανούργα μας σερβίρουν οι δαίμονες. Όταν είμαστε ξύπνιοι οι δαίμονες ξεσηκώνονται και μας προκαλούν μέσα από την πεσμένη φύση μας με σκέψεις και επιθυμίες πονηρές. Κι όταν κοιμόμαστε μας κάνουν να βλέπουμε τα όνειρα που θέλουν εκείνοι.

Όταν είμαστε ξύπνιοι πολλές φορές νιώθουμε θεία παρηγοριά που πηγάζει από κατάνυξη και προκαλείται επειδή έχουμε αντίληψη της αμαρτωλότητάς μας ή έχουμε μνήμη του θανάτου και της τελικής κρίσης. Τέτοιες σκέψεις μας εμφανίζονται από τη χάρη του Θεού που φυτεύτηκε μέσα μας με το άγιο βάπτισμα και τις δεχόμαστε κατ’ αναλογίαν της μετάνοιάς μας. Για τον ίδιο λόγο σπάνια και σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις εμφανίζονται στον ύπνο μας άγγελοι του Θεού για να μας θυμίσουν το τέλος μας ή τα βάσανα της κόλασης και την τελική κρίση του Θεού.

Τέτοια όνειρα μας οδηγούν σε συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας, σε φόβο Θεού, σε κατάνυξη και μετάνοια. Αυτά τα όνειρα όμως χαρίζονται πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε κάποιες αγιασμένες ψυχές ή και σε πολύ αμαρτωλούς μόνο με την ανεξιχνίαστη κι ακατάληπτη ειδική πρόνοια του Θεού.

Χαρίζονται πολύ σπάνια όχι επειδή η χάρη του Θεού είναι φειδωλή. Όχι, ποτέ! Η θεία χάρη μάς χαρίζει τα όνειρα αυτά πολύ σπάνια επειδή είμαστε αδύνατοι και μπορεί να οδηγηθούμε στην υπερηφάνεια και την αυτοεκτίμηση. Κι αυτό θα υποσκάψει και θ’ αφανίσει την ταπείνωσή μας, που είναι τόσο σημαντική για τη σωτηρία μας.

Η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από το κατά πόσο αυτός εκπληρώνει το θέλημα του Θεού. Και το θείο θέλημα έχει τόσο καθαρά εκφραστεί στην Αγία Γραφή, με τόση ενάργεια και τόσο εμπεριστατωμένα, ώστε είναι εντελώς ανόητο να επιδιώκουμε τη σωτηρία μας ξεφεύγοντας από το συνηθισμένο δρόμο των πραγμάτων.

Σ’ εκείνον που ζητούσε ν’ αναστηθεί ένας νεκρός άνθρωπος για να πάει και να προειδοποιήσει τους αδελφούς του για τα δεινά του Άδη, ειπώθηκε: «έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών, ο δε είπεν: ουχί, πάτερ Αβραάμ, άλλ ’ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς μετανοήσουσιν. Είπε δε αυτώ· Ει Μωσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. Ιστ’ 39; 27-31).

Η πείρα έχει δείξει ότι πολλοί από εκείνους που τους παραχωρήθηκε να δουν στον ύπνο τους οράματα φοβερά, με βασανιστήρια και κολαστήρια, συγκλονίστηκαν και για λίγο καιρό άλλαξαν ζωή. Σύντομα όμως ξέχασαν ό,τι είδαν και ξαναγύρισαν στην παλιά απρόσεχτη κι αδιάφορη ζωή τους.

Από την άλλη πλευρά τώρα υπάρχουν κι εκείνοι που δεν είδαν ποτέ τους οράματα αλλά μελετούσαν προσεχτικά το θείο νόμο. Αυτοί λοιπόν απόκτησαν σταδιακά φόβο Θεού και πνευματική δύναμη. Έτσι με τον καιρό ένιωσαν τη χαρά της νίκης που γεννιέται από την «αγαλλίαση του σωτηρίου» κι από το επίγειο στάδιο των θλίψεων πέρασαν στην ευλογημένη αιωνιότητα.

Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει τα εξής για το ρόλο που παίζουν οι δαίμονες στα όνειρα: «…Αφού εγκαταλείψουμε για τον Κύριο τα σπίτια μας και τους οικείους μας και με

την ξενιτεία για την αγάπη του Χριστού πουλήσουμε τον εαυτό μας, τότε οι δαίμονες επιχειρούν να μας ταράζουν με όνειρα. Μ’ αυτά μας παρουσιάζουν τους δικούς μας πως τάχα θρηνούν, πεθαίνουν, καταστενοχωρούνται και βασανίζονται εξαιτίας μας. Εκείνος λοιπόν που πιστεύει στα όνειρα μοιάζει μ’ αυτόν που κυνηγά τη σκιά του και προσπαθεί να την πιάσει (πρβλ. Σοφ. Σειρ. λδ’ 39; 2).

«Στον ύπνο μας πολλές φορές εμφανίζονται οι δαίμονες της κενοδοξίας σαν προφήτες. Σαν πανούργοι που είναι συμπεραίνουν από συνδυασμούς γεγονότων μερικά από όσα μέλλουν να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Κι αν τυχόν και πραγματοποιηθούν οι προφητείες τους εμείς μένουμε εκστατικοί και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι προσεγγίσαμε το προορατικό χάρισμα» (Κεφ. γ’ 39; 38-39).

Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος διηγείται για ένα μοναχό που ζούσε στη Μεσοποταμία πολύ ερημικά κι ασκητικά αλλά έχασε την ψυχή του επειδή πλανήθηκε από διαβολικά όνειρα. Ο Άγιος παρατήρησε ότι ο μοναχός δεν πολυπρόσεχε την πνευματική του πρόοδο. Ενδιαφερόταν μόνο για τη σωματική του άσκηση, για την οποία μάλιστα ένιωθε μεγάλη υπερηφάνεια.

Τότε ο διάβολος άρχισε να του παρουσιάζει διάφορα προορατικά και προφητικά όνειρα που με τη διαβολική του πονηριά άρχισαν να επαληθεύονται. Όταν είδε πως η εμπιστοσύνη του μοναχού στα όνειρα και στον εαυτό του εδραιώθηκε, του παρουσίασε ένα θαυμάσιο όνειρο. Είδε Εβραίους ν’ απολαμβάνουν τις ομορφιές του παραδείσου και ταυτόχρονα χριστιανούς να τυραννιούνται στα βάσανα της κόλασης. Τότε ο διάβολος του παρουσιάστηκε σαν άγγελος φωτός και τον συμβούλεψε ν’ ασπαστεί τον Ιουδαϊσμό, για να μπορέσει έτσι να έχει μερίδιο στη μακαριότητα των Ιουδαίων. Κι ο δύστυχος μοναχός υπάκουσε στον «άγγελο» χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.

Νομίζω πως είπαμε αρκετά για να εξηγήσουμε στους αγαπητούς μας αδελφούς χριστιανούς πόσο ανόητο είναι να δίνουν σημασία στα όνειρα και πολύ περισσότερο να τα πιστεύουν και να τα εμπιστεύονται. Η εμπιστοσύνη στα όνειρα οικοδομείται όταν τα προσέχουμε, όταν τους δίνουμε σημασία. Γι’ αυτό και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να δίνουμε οποιαδήποτε προσοχή σ’ αυτά, όσο αληθοφανή κι αν μας φαίνονται.

Όταν η ανθρώπινη φύση είναι αναγεννημένη από το Άγιο Πνεύμα λειτουργεί εντελώς διαφορετικά, με άλλους νόμους. Δεν έχει καμιά σχέση με την πεσμένη φύση του ανθρώπου που επιμένει στην αμαρτωλή κατάστασή της.

Οδηγός και κυβερνήτης του αναγεννημένου ανθρώπου είναι το Άγιο Πνεύμα. Ο όσιος Μακάριος λέει πως στους πνευματικά αναγεννημένους ανθρώπους «η χάρη του Θείου Πνεύματος εγκαθίσταται στα βάθη του νου τους και τους φωτίζει». Γι’ αυτό και είτε είναι ξύπνιοι είτε κοιμούνται, η ψυχή τους παραμένει κοντά στον Κύριο χωρίς αμαρτία, χωρίς γήινες ή σαρκικές επιθυμίες και φαντασίες.

Οι σκέψεις κι οι φαντασίες που την ώρα του ύπνου είναι εκτός του ελέγχου της ανθρώπινης λογικής και θέλησης και που δρουν υποσυνείδητα στις απαιτήσεις της φύσης μας, ενεργούν τότε κάτω από τον έλεγχο του Αγίου Πνεύματος. Έτσι τα όνειρα τέτοιων ανθρώπων έχουν πνευματικό νόημα και πνευματική σπουδαιότητα.

Έτσι ο δίκαιος Ιωσήφ έμαθε από ένα όνειρο το μυστήριο της ενσάρκωσης του Θείου Λόγου. Μ’ ένα όνειρο επίσης πήρε εντολή να φύγει μακριά από τον Ηρώδη στην Αίγυπτο και μ’ ένα άλλο να γυρίσει στο Ισραήλ.

Τα όνειρα που προέρχονται από το Θεό φέρνουν μαζί τους μια ειρηνική κατάσταση και μια αναμφισβήτητη βεβαιότητα.

Τη βεβαιότητα αυτή μπορούν εύκολα να κατανοήσουν οι άγιοι του Θεού, όχι όμως κι εκείνοι που βρίσκονται στο στάδιο των αγώνων και προσπαθούν ν’ απαλλαγούν από τα πάθη τους.

Από το βιβλίο του οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, «Η Βασιλεία του Θεού και ο αντίχριστος» και το κεφάλαιο «Για τα ονειρα», Αθήνα 2008, σ.109-111.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2021

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΙΒΗΡΩΝ

ΠΕΤΡΟΥ ΘΩΜΑΙΔΗ

Μεγάλη Εβδομάδα του 2016.Άγιον Όρος. Μονή Ιβήρων. «Μόνος». Με μόνο το Μάρκελλο ως την πλησίον οικογένεια μου και με μία άλλης ποιότητας εγγύτητα να με συνδέει πόρρωθεν με τη σύζυγο και τα παιδιά μου. Άλλο πρόγραμμα. Άλλος βιορυθμός. Μέσα σ’ ένα κλίμα ελευθερίας και μη καταπιεστικής φιλοξενίας. Στην «ποδιά» της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Με γρηγορούσα ηρεμία και καταλλαγή και με την αγχώδη διαταραχή σε αναστολή. Με βαθιές ανάσες οξυγόνωσης μες το καταστάλαγμα της δροσιάς των Αγίων. Με το χρόνο να μετριέται με τις ακολουθίες. Χωρίς έθιμα, ειθισμένα δεδομένα, αγορές, συναισθηματικά αναβολικά, μικρόφωνα και φιλαρμονικές. Χωρίς διαγγέλματα, επιτηδεύσεις και αυτοματοποιημένες συνήθειες και έξεις. Με τα λίγα ως πολλά και τα μέχρι τότε άγνωστα να δίδουν άλλο περιεχόμενο στα θεωρούμενα γνωστά. Με παύσεις γεμάτες ρυθμό και εσωτερικό καρδιακό παλμό. Σ΄ έναν ψυχικό σαββατισμό. Με το καθετί να εμπνέει σιωπηλά και να σου μιλά διακριτικά.

Μέχρι και τη Μεγάλη Πέμπτη η έναρξη της ακολουθίας είναι στις τρεισήμισι το πρωΐ. Με το φακό από το δωμάτιο στο Ναό. Φωτοσκιάσεις Μοναχών στα στασίδια. Σταδιακή δια κηρών η φωταυγία. Προοδευτικά, γίνεται το σκοτάδι ήμερο φώς. Μέσα σε μία ατμόσφαιρα προετοιμασίας και υπαρξιακής αναμονής. Μέχρι τη μεγάλη έκρηξη, την πασχαλινή. Όπως αυτό εκφράζεται κατανυκτικά με το ,πριν το Ιδού ο Νυμφίος ή το Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί, ψαλλόμενο σε αργό, αλλά όχι ράθυμο και μακρόσυρτο, μέλος, αλληλούια. Το ακούς και νιώθεις, λέει κάπου ο Γέροντας Βασίλειος ο Ιβηρίτης, σαν να βρίσκεσαι στην πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, τότε που το Πνεύμα του Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. Συντονίζεσαι σε έναν κυματοειδή ρυθμό, σαν παφλασμό, συμπαντικής κοσμογένεσης και εξανάστασης. Άλλωστε στο Όρος όλα τα αργά μουσικά μαθήματα, όπως τα λένε, αποδίδονται τόσο ρυθμικά που η μελωδία δεν κουράζει, αλλά ρέει σε μία αβίαστη δραστηριότητα μεταφοράς του λόγου και της προσμονής γι’ αυτό το πολύ μεγάλο που είναι κιόλας εγγύς.

Με το «Δι ‘ευχών», μόλις που έχει αρχίσει να φέγγει. Επιστροφή στο «κελλί». Πώς όμως να συνηθίσεις τόσο σύντομα την αλλαγή των ωραρίων; Στον ξενώνα υπάρχει ένα μπαλκονάκι που βλέπει στο Αιγαίο. Δεν είναι απλά η εκπληκτική θέα. Είναι αυτό με τις σταλαγματιές της αγάπης του Θεού σ’ όλη την κτίση που ψηλαφείς από εκεί κατά την του Αγίου Πορφυρίου ποιητική. Σταλάγματα αυτής της αγάπης δέχεσαι παντού:

Στο Καθολικό, στην αυλή, στον περίπατο με το Μάρκελλο στα περιβόλια και τους αγρούς της Μονής, σε κάθε νοερό «ευλόγησον», όπου και δη, σαν από μία αείροη αρτεσιανή πηγή.

Προς το μεσημέρι τελείται ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων. Κατόπιν παρατίθεται τράπεζα με ανάλαδο, μα μόνο για μας τους λαϊκούς. Άφαντοι οι Μοναχοί. Άλλωστε τη Μεγάλη Εβδομάδα ο λόγος δίδεται στην εύγλωττη σιωπή.  Και όποιος χρείαν έχει περισσεύματος προς ξηροφαγία, λειτουργεί δίπλα από την τελούσα σε αργία κουζίνα το λεγόμενο παξιμαδιό. Και πόσο γλυκό είναι το παξιμάδι αυτό ειδικά αν το βουτήξεις από το παρατηρητήριο εκείνου του μπαλκονιού στου Αιγαίου το νερό!

Τα απογεύματα, Απόδειπνο και Παράκληση στην Παναγία την Πορταΐτισσα. Και να οι εδαφιαίες μετάνοιες των Μοναχών στο εικόνισμα της! Εκδηλώσεις σεβασμού μα και άμεσης ζεστής σχέσης του κάθε μοναχογιού μετά της Γερόντισσας της Μονής, Μητέρας και Τροφού.

Κλείνοντας μέσα σου όλα αυτά και αφού ο ήλιος έχει δύσει πιά, αποσύρεσαι χωρίς κουβέντες και ερωτήσεις, όχι για να τα σκεφτείς και να τα εξηγήσεις, αλλά για να τα εγκολπωθείς και να τα (ξανα)ζήσεις…

Το Μυστήριο του Ευχελαίου τελείται Μεγάλη Πέμπτη πρωΐ. Σε μυρώνουν όλοι οι Ιερείς που λαμβάνουν μέρος. Ίστανται στον δεξιό χορό και περνά ο καθένας μας από όλους τους με τη σειρά, σε μία κίνηση κυκλοτερή που θα επαναληφθεί το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ, στης Ανάστασης το χοροστάσι.

Ακολουθεί ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Οι χοροί των ψαλτών συνεχίζουν να εναλλάσσονται . Τούτη τη φορά ο αριστερός χορός εκτελεί χρέη δεξιού και γι’ αυτό θα πεί αντί Χερουβικού το του Δείπνου Σου του Μυστικού. Ψαλτική «δημοκρατία» εδώ.

Τράπεζα λιτή και εν συνεχεία σιγή. Αγνάντι από του μπαλκονιού τη βίγλα. Κεράσματα ευωδιών από τη φύση και ημεροφαή περπατήματα.

Η επόμενη σύναξη είναι για τις δωδεκάμισι τη νύχτα. Κυριολεκτικά εν τω μέσω της νυκτός. Ακολουθία των Παθών. Οι χοροί των ψαλτών έχουν ενισχυθεί. Έχουν φθάσει Κελλιώτες Μοναχοί για να εορτάσουν το Πάσχα στη Μονή. Κάποιοι από αυτούς ,όπως ο Γέροντας Αντύπας, είναι ξακουστοί ψάλτες. Και αρχίζει η Παννυχίδα. Τα αντίφωνα, δηλαδή τα τροπάρια μέχρι το Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, λέγονται όλα από δυό φορές. Ψάλλονται όμως τόσο ρυθμικά που δεν καταλαβαίνεις για πότε η ακολουθία έχει φθάσει κιόλας στα μισά. Ύμνοι συντόνως τεθηγμένοι. Συνεχής διαδοχή ψαλτών στα αναλόγια. Ανάγνωση των ευαγγελικών περικοπών από τους Ιερείς κατά την τάξη με πρώτο τον Ηγούμενο και δεύτερο τον και (Προ)ηγούμενο Γέροντα Βασίλειο. Έξοδος του Σταυρού. Και μετά την προσκύνηση, είναι ο Ηγούμενος, ο απλούς και ευλαβής πατήρ Ναθαναήλ, που αναλαμβάνει τους Μακαρισμούς: «Δια ξύλου ο Αδάμ παραδείσου γέγονεν άποικος…».

Έπος και μέλος; Ραψωδία; Καλύτερα ακόμη: Μυσταγωγία.

Πόσο δίκιο έχει ο Γέροντας Βασίλειος που λέει ότι όλα στην Εκκλησία είναι Μεγάλη Εβδομάδα και Θεία Λειτουργία!

Τελειώνει η ακολουθία. Σε λίγο θα αρχίζει να προβάλλει η ημέρα. Είναι η ώρα που μεταφέρουν τον Ιησού από του Καϊάφα εις το Πραιτώριο. Μεγάλη Παρασκευή…

«Εδώ δεν παρακολουθούμε μαθήματα θεολογίας και ιστορίας. Μετέχουμε στο δράμα της ανθρωπίνης ιστορίας που δεν είναι η αρχαία τραγωδία όπου δρα η ανθρώπινη ευφυΐα και καλλιτεχνία, αλλά είναι η θεία μυσταγωγία όπου όλα θεοπρεπώς ιερουργούνται, και γνωρίζεται ο Θεάνθρωπος Κύριος ως “ο προσφέρων και προσφερόμενος”, “υπέρ της του κόσμου ζωής” και σωτηρίας» (Γέροντας Βασίλειος για τη Μεγάλη Εβδομάδα)

Μεγάλες Ώρες. Δεήσεις και ικεσίες ενώπιον του Βασιλέως της Δόξης. Και τι περίεργο αλήθεια: Το «ο Βασιλεύς της Δόξης» δεν αναγράφεται στην παράσταση της Μεταμόρφωσης του Χριστού στο Θαβώρ ή της Ανάστασης Του, που θα ήταν με τη δική μας λογική πιο ταιριαστό, αλλά επιγράφεται, σύμφωνα με τους κανόνες της ορθόδοξης εικονογραφίας, επί του Σταυρού. Γιατί ο Σταυρωθείς δεν ήταν απλά ο Ιησούς ο Ναζωραίος που ο Πιλάτος υποβίβασε σε «Βασιλιά των Ιουδαίων», ούτε το αθώο θύμα μιας σκευωρίας, αλλά ο ενανθρωπήσας Θεός πάνω στη δόξα Του που είναι η εκούσια θυσία και ο Σταυρός. Και γι’ αυτό τον αντικρίζεις στο Σταυρό να μην «κρεμιέται», να μην μορφάζει από τον πόνο και να μην συσπάται, αλλά σαν να κοιμάται, με τα χέρια ανοιχτά, σε αγκαλιά, και απολύτως, ως προς τον ηθελημένο θάνατο, κυριαρχικά.

Τελειώνοντας οι Μεγάλες Ώρες άρχεται ο Εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής. Αποκαθήλωση. Και μετά, «Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν ο Αριμαθείας καθείλε, την των απάντων ζωήν». Σχεδόν γονατιστοί λιτανεύουν επιτάφια το Σώμα του Χριστού. Μία από τις κεντρικότερες στιγμές του λειτουργικού χρόνου. Το τροπάριο σε μέλος αργό, αλλά όχι λυπητερό. Επειδή όμως η μελωδία είναι η ίδια με το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», το συναίσθημα σου ζητά να εκφραστεί και αυτό στο χαρτογραφημένο καμβά του πένθους και της θλίψης. Και ας μην είναι αυτό το νόημα και το πνεύμα του ύμνων και της ημέρας. Είναι εξάλλου πιο εύκολο να κλάψεις από το να κατανυγείς πνευματικά και να αλλάξεις μυαλά….

«Θα μπορούσε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο να κάνει τους πάντες να πιστέψουν. Δεν το έκανε, αλλά σήκωσε όλο το φορτίο και πέθανε.“Και πάντα υπομείνας άπαντας έσωσεν”. Και εδώ μπροστά τον βλέπουμε δολοφονημένο. “Πάντα ο αναμάρτητος εκουσίως καταδέχεται ίνα πάσι δωρήσηται την εκ νεκρών ανάστασιν”. Και τον νιώθουν κάποιες διαλυμένες και εξουθενωμένες υπάρξεις, σαν την αιμορροούσα και όχι οι σοφοί και επιστήμονες…». Γέροντας Βασίλειος στο προσκέφαλο του Επιταφίου της Ιβήρων, Μεγάλη Παρασκευή του 2016…

Τρεις με τέσσερις η ώρα. Ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου. Ψιλοβρέχει. Η μεγάλη καμπάνα χτυπά αργά. Το μόνο που ακούς είναι το «Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας» και τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας να ζητά από τον Πιλάτο, κατά τον υμνογράφο, να του δώσει «τούτον τον ξένον». «Δώσε μου τούτο τον ξένο, του λέει, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον αποξένωσαν από τον κόσμο. Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε: Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό, αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω».

Ψαλλομένου σε αργό μέλος του τροπαρίου αυτού, περιφέρουμε τον Επιτάφιο γύρω από το Ναό. Στις στάσεις που γίνονται μνημονεύονται οι κοιμηθέντες το προηγούμενο έτος Μοναχοί. Δεν σου βγαίνει λυγμός σ’ αυτή την περιφορά και το συναίσθημα ψάχνεται προς τα πού θα κινηθεί. Εν τέλει κάθεται ήσυχο και μιά άλλου είδους αίσθηση αναδύεται: Όλους και όλα τώρα, τους εγγύς και τους μακράν, τους ζώντες και όσους έχουν φύγει από τούτη τη ζωή, τους νιώθεις ενωμένους και αγκαλιασμένους. Δεν είναι άραγε αιωνιότητα αυτό;

Το επόμενο πρωινό, Μεγάλο Σάββατο το, εν αναμονή τελούν, σιωπηλό, με το που τελειώνει η ακολουθία των Ωρών, γίνεται μια διακοπή. Τι συμβαίνει ρωτάς, πάμε να φέρουμε την Παναγία σου απαντούν. Και πάμε όλοι μαζί στο Παρεκκλήσι που βρίσκεται πλησίον της θύρας της Μονής, όπου η Εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας και, άδοντας και ψάλλοντας, μεταφέρουμε την Εικόνα στον κεντρικό Ναό (στο λεγόμενο Καθολικό).Είναι σαν να της λέμε: «Λόγω του δεινού άλγους και του μεγάλου πόνου που ως μητέρα ένιωσες τότε που το γλυκύ σου έαρ έπασχε και σταυρωνόταν, δικαιούσαι να ακούσεις πρώτη το “Χριστός Ανέστη” και να προεξάρξεις στην Πανήγυρη»

Με την Πορταΐτισσα στο μέσον, ο Εσπερινός του Μεγάλου Σαββάτου και το «Ανάστα ο Θεός» δίνουν το παράγγελμα: Ετοιμαστείτε το βράδυ για ψυχικό χορό..

«Είναι κάποιοι σαν μεγάλα αεροπλάνα γεμάτα με πολλά εφόδια (γνώσεις, σπουδές, επιστημονικούς τίτλους, διαβάσματα, εμπειρίες, περγαμηνές), αλλά με μηχανή για μοτοσακό. Πώς να απογειωθεί ένα αεροπλάνο και μάλιστα τόσο πολύ φορτωμένο αν έχει μηχανή για μοτοσακό; Και είναι και κάποιοι άλλοι που δεν έχουν τις παραπάνω προϋποθέσεις και τα φορτώματα, γίνονται όμως πύραυλοι και απογειώνονται από το πουθενά…. », ακούμε τον πατέρα Βασίλειο να μας λέγει στην αυλή ενώ κρατάμε τα βάγια της πρώτης Ανάστασης. Η συνέχεια προβλέπεται συναρπαστικά απογειωτική. Αρκεί να μην σε καθηλώσει το εγωιστικό και πολύξερο «μοτοσακό»…

«Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν νὰ διαβάζονται ἀμέσως μετὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή του, οἱ “Πράξεις” (σημ.όλη την περίοδο από το Πάσχα μέχρι και την Πεντηκοστή, τα αποστολικά αναγνώσματα λαμβάνονται από τις Πράξεις των Αποστόλων) ποὺ περιγράφουν τὰ θαύματα τῶν Αποστόλων καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν ἐπικυρώνουν τὴν Ἀνάσταση, γιὰ νὰ ἔχουμε σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητη τῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπόδειξη: Δὲν τὸν εἶδες Ἀναστάντα μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος; Ἀλλὰ τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια τῆς Πίστεως. Δὲν τὸν εἶδες μὲ τὰ «ὄμματα» τοῦτα; Θὰ τὸν δεῖς μὲ τὰ θαύματα ἐκεῖνα. Τῶν θαυμάτων η ἐπίδειξη σὲ χειραγωγεῖ στῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπόδειξη. Μεγίστη ἀπόδειξη τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ὅτι ὁ Ἐσφαγμένος Χριστὸς ἔδειξε μετὰ τὸν θάνατο τόση δύναμη, ὥστε ἔπεισε τοὺς ζωντανοὺς νὰ περιφρονήσουν καὶ πατρίδα καὶ σπίτι καὶ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους γιὰ χάρη του καὶ νὰ προτιμήσουν μαστιγώσεις καὶ κινδύνους καὶ θάνατο. Αὐτὰ δὲν εἶναι κατορθώματα νεκροῦ κλεισμένου στὸν τάφο, ἀλλὰ ἀναστημένου καὶ ζωντανοῦ. Γιὰ σκέψου, ἂν οἱ Απόστολοι δὲν ἔβλεπαν τὸν Χριστὸ Ἄνασταντα, πῶς τοὺς ἦρθε νὰ φαντασθοῦν ὅτι θὰ κυριέψουν τὴν οἰκουμένη; Μήπως τρελάθηκαν ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι θὰ κατόρθωναν κάτι τέτοιο; Ἂν ὅμως ἦταν στὰ λογικά τους, ὅπως ἔδειξαν καὶ τὰ πράγματα, πώς, χωρὶς ἀξιόπιστα ἐχέγγυα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ χωρὶς θεία δύναμη, πώς, πές μου, θ᾿ ἀποφάσιζαν νὰ βγοῦν σὲ τόσους πολέμους, νὰ τὰ βάλουν μὲ στεριὲς καὶ θάλασσες καί, δώδεκα ὅλοι κι ὅλοι, ν᾿ ἀγωνισθοῦν μὲ τόση γενναιότητα γιὰ νὰ μεταβάλουν ὅλης τῆς οἰκουμένης τὰ ἔθνη, ποὺ ἦταν ἐπὶ τόσα χρόνια νεκρὰ ἀπ᾿ τὴν ἁμαρτία; Γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ ἐπαναλάβω πάλι: Ἂν δὲν ἀναστήθηκε, πῶς ἔγιναν ἀργότερα στὸ ὄνομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανεὶς βέβαια δὲν κάνει μετὰ τὸν θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα ἀπ᾿ ὅσα ὅταν ζοῦσε. Ἐνῷ ἐδῶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ γίνονται θαύματα μεγαλύτερα καὶ κατὰ τὸν τρόπο καὶ κατὰ τὴ φύση: Κατὰ τὴ φύση ἦταν μεγαλύτερα, γιατί ποτὲ ἡ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ δὲν θαυματούργησε. Ἐνῷ οἱ σκιὲς τῶν ἀποστόλων ἔκαναν πολλὰ θαύματα. Κατὰ τὸν τρόπο πάλι ἦταν μεγαλύτερα, ἐπειδὴ τότε μὲν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρόσταζε καὶ θαυματουργοῦσε. Μετὰ τὴ Σταύρωση ὅμως καὶ τὴν Ἀνάστασή του οἱ δοῦλοι του ἐπικαλούμενοι ἁπλῶς τὸ σεβάσμιο καὶ ἅγιο ὄνομά του μεγαλύτερα καὶ ἐκπληκτικότερα ἐπιτελοῦσαν. Ἔτσι δοξαζόταν κι ἀκτινοβολοῦσε πιὸ πολὺ ἡ δύναμή Του».

Μεγάλο Σάββατο, 9 το βράδυ. «Ευλογητός» στην Παννυχίδα της Αναστάσεως. Και πώς αρχίζει η Παννυχίδα; Με την ανάγνωση όλου του Βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων (!). Πέτρος, Ιωάννης, Φίλιππος, Στέφανος, Βαρνάβας, Παύλος, ως μάρτυρες και έμψυχες απτές «εμπράγματες» αποδείξεις της Αναστάσεως του Χριστού κατά τον ως άνω παρατεθέντα και υπό του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου κομιζόμενο επεξηγηματικό υπομνηματισμό.

Εν συνεχεία το Μεσονυκτικό (η ακολουθία μέχρι και το «Δεύτε λάβετε φώς», κατά την οποία ψάλλουμε και πάλι τον Κανόνα του Μεγ. Σαββάτου «Κύματι θαλάσσης..» είναι στην πραγματικότητα το Μεσονυκτικό της Κυριακής του Πάσχα).

Έχοντας όλοι λάβει από το χέρι του Ηγουμένου την λαμπάδα μας, περιμένουμε το σύνθημα για να φωτοβοληθούμε και να Τον δούμε εξαναστάντα με τα «μάτια» που μας είχαν δώσει οι Πράξεις των Αποστόλων Του.

Με το Δεύτε λάβετε φώς, θάμβος ην κατιδείν την του αναστασίμου φωτός έκλαμψη και της σκοτίας τη διάλυση. Τα πάντα γίνονται φωτοειδή και διάφανα. Δέσμες φωτονίων σε διαπερνούν, και φλογίζοντάς σε, σε ενώνουν με όλους τους άλλους σε μία κοινή εκτόξευση προς το ανέσπερο Φώς.

Ώρα ην πρώτη προς δευτέρα μετά τα μεσάνυκτα, όταν το ποθούμενο και προσδοκώμενο σέλας εκρήγνυται στον Ουρανό. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, όπως από τα στοιχεία της φύσεως και από τους Αγγέλους και τους ανθρώπους και από τα ορατά και τα αόρατα κωδωνοκρούεται και διαλαλείται!

Και τι είναι αυτό, όταν επιστρέφουμε μετά την τελετή της Αναστάσεως στο Ναό!! Ειλικρινά, έτσι όπως το φως έχει πλημμυρίσει τα πάντα, και χορεύουν οι πολυέλεοι, και ψάλλεται το Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί, ε, κάτι σε αρπάζει και σε πάει κάπου αλλού! Μπαίνεις κι εσύ σ’ έναν άλλου είδους νικητήριο χορό. Ανοίγουν οι Ιερείς τον κύκλο στο δεξιό ψαλτήρι, κρατώντας ο καθένας μία εικόνα της Παναγίας ή κάποιου Αγίου και περνούμε με τη σειρά αποκρινόμενοι το Αληθώς Ανέστη στο δικό τους Χριστός Ανέστη. Ασπαζόμαστε την εικόνα που κρατούν και συνεχίζουμε στον κύκλο, ο οποίος έχει ήδη μεγαλώσει με τους Μοναχούς και γενικά όσους έχουν προηγηθεί. Και όταν περάσουμε και από τον τελευταίο, «πιανόμαστε» στον ίδιο κύκλο και έτσι οι επόμενοι θα κάνουν τον αυτό κύκλο περνώντας κι από εμάς και ανταλλάσοντας μαζί μας την, όχι ευχή, αλλά είδηση και δήλωση, ότι αληθώς Χριστός Ανέστη! Τούτο εστί το της Ανάστασης χοροστάσι που επαναλαμβάνεται και τη επαύριον κατά τον Εσπερινό της Αγάπης!

Και μετά το «την Θεοτόκον και Μητέρα του φωτός», τότε δηλαδή που ψάλλεται η ενάτη του αναστάσιμου κανόνα ωδή, εκείνο το «Φωτίζου, φωτίζου η Νέα Ιερουσαλήμ», έγινε το αναπάντεχο! Όπως θυμίαζε ο Ιερέας, απευθυνόταν σε καθέναν σε απολύτως άμεσο και προσωπικό τόνο και του έλεγε «Χριστός Ανέστη», σαν του έλεγε ως κάτι πολύ απλό και φυσικό ότι ο πεθαμένος, για παράδειγμα, πατέρας σου, ανέστη, ξέρεις! Εγώ που δεν το είχα ξαναπεράσει αυτό και που είχα λίγους μήνες πριν «χάσει» τον πατέρα μου, κυριολεκτικά, τα έχασα. Σε μένα μιλά; αντέδρασα από μέσα μου. Και τι τόσο προσωπικό μου λέει τώρα; Όταν συνήλθα από το αρχικό σάστισμα, το «δίλημμα» είχε λάβει την τελική διατύπωση και μορφή: Ή όλοι οι Ιβηρίτες έχουν τελείως τρελαθεί ή πράγματι Χριστός Ανέστη…!

Κάπου στις τέσσερις το πρωΐ και με το «επικράνθη» (ο Άδης) και το «ανέστη»(ο Χριστός) ως τις, μέχρι τότε, πιο βροντόφωνες και επιβεβαιωμένες απαντήσεις στις σχετικές κλήσεις και προτάσεις του Κατηχητικού Λόγου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η Παννυχίδα της Αναστάσεως πέρας έσχεν.

Μεταβήκαμε εν πομπή στην Τράπεζα της Μονής, όπου μετά το λαμπρό γεύμα της πανηγύρεως είχαμε την επιπρόσθετη ευλογία να ακούσουμε την του Γέροντος Βασιλείου «εν υπερώω τόπω» πασχάλια διδαχή. Τί άραγε να είπε στην εφετινή αναστάσιμη Τράπεζα ο πατήρ Βασίλειος;

Γύρισα στο δωμάτιο. Δεν με έπιανε ύπνος. Βγήκα στο μπαλκόνι προσευχής του ξενώνα, για το οποίο έχω ήδη μιλήσει, περίμενα την ανατολή του ηλίου της μιάς των Σαββάτων και το αποφάσισα:

Μετά τα όσα είδα και έζησα μέσα σε εκείνο το Big Bang, κάθε φορά που θα τυχαίνει κάποιος να ζητά, σε συζητήσεις, αποδείξεις και τεκμήρια για το αν ο Χριστός ανέστη, να απαντώ, και έκτοτε το τηρώ, πως βεβαιώθηκα κι εγώ με έναν τρόπο για τον οποίο δεν έχω κάτι περισσότερο να αναλύσω και να επιχειρηματολογήσω, εκτός από όσα μου χαρίστηκαν ως εμπειρίες τω Πάσχα εκείνω εν τη Μονή των Ιβήρων….

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το Περιβόλιον της Παναγίας”) είναι έργο του αγιορείτη ιερομονάχου Αναστασίου.

Πηγή: https://antifono.gr

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ

Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου του εκ Μετσόβου

Α) Ἡ ζωή, καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Νεομάρτυρος Νικολάου.

Ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος Μπασδάνης ἢ Βλαχονικόλας[1] ἢ Ἑξηντατρίχης[2], ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται, γεννήθηκε στὸ Μέτσοβο[3] τῆς Ἠπείρου ἀπὸ φτωχούς, ἀλλὰ πολὺ πιστοὺς γονεῖς.

Ὁ Μετσοβίτης Νεομάρτυς ΝικόλαοςἜζησε σὲ μιὰ περίοδο δύσκολη καὶ ταραγμένη, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἀποτυχία τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων τοῦ Μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου τοῦ Φιλοσόφου, οἱ διώξεις καὶ οἱ πιέσεις τῶν Μουσουλμάνων κατὰ τῶν χριστιανῶν, εἶχαν φτάσει στὸ ἀποκορύφωμά τους[4].

Σὲ νεαρὴ ἡλικία πῆγε στὰ Τρίκαλα τῆς Θεσσαλίας, ὅπου ἐργαζόταν σὲ τοῦρκικο ἀρτοποιεῖο[5]. Ὕστερα ἀπὸ λίγο χρονικὸ διάστημα, οἱ Τοῦρκοι, χρησιμοποιώντας τρομοκρατικὲς μεθόδους, τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἐξισλαμιστεῖ[6]. Ὅταν ὅμως ὁ Νικόλαος συνειδητοποίησε τὸ μεγάλο χριστιανικὸ καὶ ἐθνικό του ὀλίσθημα, ἐπέστρεψε στὸ Μέτσοβο, ὅπου ζοῦσε χριστιανικά[7].

Ἡ φτώχεια ὅμως, καὶ οἱ δύσκολες συνθῆκες διαβιώσεως, ποὺ ἐπικρατοῦν αὐτὴ τὴν περίοδο στὸ Μέτσοβο, ἀναγκάζουν τὸν Νικόλαο νὰ ξαναπάει στὰ Τρίκαλα, γιὰ νὰ πουλήσει δαδί[8]. Ἐκεῖ, ἔγινε ἀντιληπτὸς ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο κουρέα, ποὺ γειτόνευε μὲ τὸν ἀρτοποιό, στὸν ὁποῖο ἐργαζόταν ὁ Ἅγιος. Ὁ Τοῦρκος κουρέας συλλαμβάνει τὸν Νικόλαο, τὸν σέρνει βίαια στὸν δρόμο, καὶ τὸν βρίζει δημόσια, γιατὶ πρόδωσε τὸ Ἰσλάμ, καὶ ἔγινε πάλι χριστιανός. Ὁ Νικόλαος, ἐπειδὴ φοβήθηκε τὶς συνέπειες, ἔδωσε στὸν Τοῦρκο κουρέα τὸ φόρτωμα τοῦ δαδιοῦ καὶ δεσμεύτηκε μαζί του νὰ τοῦ φέρνει κάθε χρόνο ἀπὸ ἕνα φόρτωμα δαδί[9]. Μετὰ τὴν συμφωνία αὐτή, ὁ Τοῦρκος ἄφησε ἐλεύθερα τὸν Νικόλαο.

Ἐπιστρέφοντας στὸ Μέτσοβο ὁ Νικόλαος, ἔκανε αὐστηρὴ αὐτοκριτική, καὶ συνειδητοποίησε ὅτι οἱ συνεχεῖς αὐτὲς πνευματικὲς πτώσεις, καὶ οἱ ἔνοχοι συμβιβασμοί, δὲν ἀποτελοῦν γνωρίσματα τῶν γνησίων μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ. Τότε, πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση νὰ μὴν ξανασυμβιβαστεῖ σὲ θέματα πίστεως, καὶ ἂν χρειαστεῖ, νὰ θυσιάσει καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωή του στὸν βωμὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ[10]. Αὐτὲς οἱ μεταπτώσεις, ὅσο ἁπλὲς καὶ ἂν φαίνονται, εἶναι ὡστόσο ἀρκετὰ δραματικές, καὶ παρουσιάζουν τὸν ψυχογραφικὸ πίνακα ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ πορεύεται ἀπὸ τὴν ὁμιχλώδη ἀτμόσφαιρα πρὸς τὸ φῶς. Στὴν περίπτωση τοῦ Νικολάου, παρακολουθοῦμε τὴν διαλεκτικὴ πορεία μιᾶς ψυχῆς, ποὺ ἀνακαλύπτει κλιμακωτὰ τὸν ἑαυτό της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκινεῖ ἰδιαίτερα τὶς ἀδύνατες, ἀσθενικὲς ψυχές μας. Εἶναι μιὰ μορφή, ποὺ ζητάει τὸν Εὐριπίδη τῆς Ὀρθοδοξίας[11].

Μὲ αὐτοπεποίθηση ὁ Νικόλαος πηγαίνει στὸν πνευματικό του γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του καὶ νὰ φανερώσει σ᾿ αὐτόν τοὺς μελλοντικούς του στόχους. Ὁ ἔμπειρος ὅμως πνευματικός, ἔχοντας ὑπόψη του τὴν συναισθηματικὴ ἀστάθεια τοῦ Νικολάου, τὸν συμβουλεύει νὰ ἀφήσει πρὸς τὸ παρὸν τοὺς ὑψηλοὺς αὐτοὺς στόχους, ἐπειδὴ φοβόταν μὴν ὑποπέσει σὲ δεύτερη ἄρνηση τῆς πίστεως[12]. Ὁ Νικόλαος ὅμως μένει σταθερὸς στὴν μεγάλη του ἀπόφαση. Ὁ πνευματικός, βλέποντας τὸ σταθερὸ καὶ ἀμετακίνητο φρόνημα τοῦ Νικολάου, τὸν εὐλόγησε καὶ τὸν ἄφησε νὰ πορευτεῖ στὸ μαρτύριο[13].

Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ πνευματικοῦ του, ὁ Νικόλαος μεταβαίνει γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὰ Τρίκαλα μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ δώσει αὐτὴ τὴν φορά, τὴν καλὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ τὸν ἀντιλαμβάνεται ὁ Τοῦρκος κουρέας, ὁ ὁποῖος ἐκνευρισμένος τὸν ῥωτάει γιὰ τὸ δαδί, ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ. Στὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση τοῦ Νικολάου, ὁ κουρέας τὸν καταγγέλλει στοὺς Τούρκους τῆς γειτονιᾶς, οἱ ὁποῖοι μὲ βίαιο τρόπο τὸν φέρνουν στὸ τούρκικο κριτήριο μὲ βασικὴ κατηγορία τὴν ἀλλαξοπιστία. Στὶς ἐρωτήσεις καὶ ἀπειλὲς τῶν Τούρκων δικαστῶν, ὁ Νικόλαος ἀπαντάει: Χριστιανὸς ἐγεννήθην καὶ Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ ἀποθάνω[14]. Μὴ μπορώντας νὰ τὸν μεταπείσουν μὲ τὴν πειθώ, χρησιμοποιοῦν τὴν βία, ἡ ὁποία μεταφράζεται σὲ ἄγριους ξυλοδαρμούς, σκόπιμη στέρηση τῆς τροφῆς καὶ τοῦ νεροῦ, σαδιστικὲς καὶ ἀπάνθρωπες ἐνέργειες[15]. Τέλος, τὸν ῥίχνουν σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ὅπου γιὰ πολλὲς μέρες τὸν ταλαιπωροῦν μὲ πείνα, δίψα καὶ διάφορα βασανιστήρια. Ἀλλὰ ὁ Νικόλαος τὰ ὑποφέρει ὅλα μὲ θαυμαστὴ πίστη καὶ ὐπομονή.

Γιὰ δεύτερη φορά, τὸν παρουσιάζουν στὸ ἄνομο κριτήριο, ὅπου καὶ πάλι ὁ Νικόλαος, ἐκήρυξε μεγαλοφώνως τὸν Χριστόν, πὼς εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ Αὐτὸν πιστεύει καὶ δὲν τὸν ἀρνεῖται πώποτε[16].

Οἱ Τοῦρκοι δικαστές, βλέποντας τὴν ἀμετάκλητη γνώμη τοῦ Νικολάου, παίρνουν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ῥίξουν στὴν φωτιά. Μὲ ἐντολή τους ἀνάβεται μεγάλη πυρκαΐα στὴν κεντρικὴ ἀγορα τῶν Τρικάλων, πάνω στὴν ὁποία μὲ μανία καὶ πάθος ῥίχνουν τὸν Νικόλαο[17]. Ὁ Ἅγιος, μὲ θαυμαστὴ γαλήνη καὶ ἡρεμία ἀντιμετώπισε τὸ μαρτύριο, δοξολογώντας μάλιστα τὸν Χριστό, γιατὶ ἀξιώθηκε νὰ ἀτιμαστεῖ καὶ νὰ θανατωθεῖ γιὰ χάρη Του. Ἔτσι τὴν 17η Μαΐου 1617[18] ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος παρέδωσε τὴν ἁγιασμένη του ψυχή, στὸν Ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.

Τὸ βράδυ τῆς μαρτυρικῆς αὐτῆς ἡμέρας, κάποιος πιστὸς κεραμοποιός, ἀπὸ εὐλάβεια κινούμενος, ἀφοῦ ἔδωσε ἀρκετὰ χρἠματα στοὺς Τούρκους φύλακες, ποὺ ἀγρυπνοῦσαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, ἀγόρασε τὴν κάρα τοῦ Νεομάρτυρος, ποὺ εἶχε μερικὲς βλάβες στὸ σημεῖο τῶν κροτάφων ἀπὸ τὴν φωτιά. Ἐπειδὴ ὅμως φοβόταν τοὺς Τούρκους, ἔκρυψε τὴν κάρα σὲ τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ του, χωρὶς κανένας νὰ γνωρίζει αὐτή του τὴν ἐνέργεια[19].

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ κεραμοποιοῦ, τὸ σπίτι ἀγοράστηκε ἀπὸ κάποιον ποὺ ὀνομαζόταν Μέλανδρος. Αὐτός, δὲν γνώριζε ἀπολύτως τίποτε γιὰ τον μεγάλο θησαυρὸ ποὺ κρυβόταν στὸν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ του. Τὶς βραδυνὲς ὥρες τῆς 17ης Μαΐου 1618 εἶδε νὰ λάμπει φῶς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τοῦ τοίχου καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου, δέχτηκε τὴν πληροφορία ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, βρίσκεται κρυμμένη ἡ Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Νικολάου. Τὸ πρωΐ, ἄνοιξε τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ τοίχου καὶ βρῆκε τὴν Ἁγία Κάρα. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔκρινε τὸν ἕαυτό του ἀνάξιο νὰ κρατάει ἕναν τόσο μεγάλο θησαυρό, τὴν δώρησε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βαρλαὰμ τῶν Μετεώρων[20], ὅπου εἶχε ἀδελφὸ μοναχό, γιὰ μνημόσυνο αἰώνιο δικό του καὶ τῶν γονέων του.

Ἐκεῖ φυλάγεται μέχρι σήμερα μὲ ἐξαίρετη εὐλάβεια σὲ ὀκτάπλευρο ἀσημένιο κουτί, ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου, καὶ γεμίζει τὸν τόπο μὲ ξεχωριστὴ εὐωδία διαρκείας, ποὺ τὴν αἰσθάνεται ἔντονα ὁ κάθε προσκυνητής. Ἡ ἀργυρὰ θήκη τῆς Ἁγίας Κάρας ἔχει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφή: ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΟΥΤΙΟΝ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ, ΔΙΑ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΑΥΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΔΕΣΚΑΤΑΣ ΕΙΣ ΨΥΧΙΚΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑΝ, ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ (ΕΝ) ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΕΝ ΜΕΤΕΩΡΟΙΣ. ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ... ΕΚ ΚΩΜΗΣ ΚΑΛΑΡΡΥ(ΤΩΝ) 1819 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΠΡΩΤΗ[21].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Κάρα, σώζονται τεμάχια τῶν χεριῶν τοῦ Ἁγίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐλεούσης Ἰωαννίνων[22], καὶ στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σκαμνελίου Ἰωαννίνων[23], καθὼς καὶ δόντι τοῦ Ἁγίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Μετσόβου[24].

Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου του εκ Μετσόβου

Το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου του εκ Μετσόβου

Β) Τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου

Ἡ Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος, τόσο παλιότερα ὅσο καὶ σημερα θαυματουργεῖ. Δέκτες τῆς θαυματουργικῆς δυνάμεως, εἶναι ὅλοι οἱ χριστιανοί, ποὺ προσέρχονται μὲ πίστη.

α) Τὰ Τρίκαλα, μὲ μόνη τὴν παρουσία τῆς Ἁγίας Κάρας σώθηκαν κάποτε ἀπὸ βαρὺ θανατικό, ποὺ μάστιζε τὴν περιοχή.

β) Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ στὸ χωριὸ Δεσκάτη Γρεβενῶν.

γ) Τὸ ἱστορικὸ χωριὸ Καλαῤῥύτες Ἰωαννίνων, μὲ μόνη τὴν παρουσία τῆς Κάρας τοῦ Νεομάρτυρος, λυτρώθηκε ἀπὸ βασανιστικὴ λοιμικὴ ἀῤῥώστια[25].

δ) Κυρίως ὅμως ἠ Κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Νικολάου καταδιώκει καὶ ἐξοντώνει τὶς ἀκρίδες. Στὶς ἀγροτικὲς περιοχὲς τῆς Θεσσαλίας, ὅπου οἱ ἀκρίδες καταστρέφουν τοὺς καρπούς, μεταφέρεται ἡ Ἁγία Κάρα, καὶ μὲ ἕναν τρόπο θαυμαστό, οἱ ἀκρίδες καταστρέφονται καὶ οἱ καρποὶ διατηροῦνται ἀβλαβεῖς[26]. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμα οἱ Τοῦρκοι, ἔμειναν ἐκστατικοὶ μπροστὰ σὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται καὶ σήμερα πολλὲς φορές, παρόλο τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὴν δυσπιστία τῆς ἐποχῆς μας.

ε) Στὸ χωριὸ Ὀξύνεια Τρικάλων, εἶναι ἀκόμη ζωντανὴ ἠ παράδοση γιὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου. Ὁ Δημήτριος Καλούσιος καταγράφει ὠς ἐξῆς τὴν ζωντανὴ αὐτὴ παράδοση τοῦ χωριοῦ: ... Στὸ μέρος αὐτὸ ἀκουγόταν βουή, ἦταν ἕνα στοιχειό· ἔσκουζε ἡ Μπαλάτσα καὶ πέθαιναν νύμφες καὶ μικρὰ παιδιά, δὲν σωζόταν ἡ νεολαία στὸ χωριό. Ἄκουγαν τὸ βουνό, σὰν νὰ μούγγριζε ἕνα βόδι· ὅταν βούϊζε πρὸς τὸ χωριὸ Ὀρθοβούνι, πέθαινε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ κόσμος. Βρῆκαν ἐκεῖ την εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀλλὰ ἤθελαν νὰ κτίσουν τὸ ἐκκλησάκι λίγο πιὸ κάτω, γιὰ κοντά, νὰ ἐδῶ στὰ Λιβάδια, ὅπου φαίνεται ἀκόμα τὸ σκάψιμο. Ἀλλὰ τὸ καντηλάκι τοῦ Ἁγίου πήγαινε πιὸ πάνω, στὸ βουνό. Πάαιναν οἱ μάστοροι νὰ χτίσουν τὸ πρωΐ, κι εὕρισκαν καὶ τὰ ὑλικὰ φευγάτα κεῖ πάνω. Ἐδῶ ἤθελε ὁ Ἅι-Νικόλας νὰ τοῦ χτίσουν τὸ ἐκκλησάκι. Κι ἀπὸ τότε ποὺ χτίσαμε τὴν ἐκκλησία, σταμάτησε τὸ φονικό, καὶ αὐγατήθηκε τὸ χωριό μας.

στ) ...Πολὺ θαυματουργὸς στὸ χωριό μας ὁ Ἅι-Νικόλας, παρατηρεῖ κάποια ἄλλη, ἡ Ὀξύνεια τὸν τιμᾶ πολύ. Πήγαμε στὰ ξένα, στὴν Γερμανία, σκοτωμένο δὲν φέραμε πίσω. Ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ὁ καθένας προσεύχεται καὶ τὸ παίρνει. Σάπιζαν κάποτε στὴν περιοχή μας τὰ κρέατα τῶν ζώων· τὸ χωριό μας ἔκαμε λιτανεία τοῦ Ἁγίου καὶ δὲν ἔπαθε τίποτα.

ζ) Μιὰ ἄλλη φορά, εἶχαμε πολλὴ ἀκρίδα· πήραμε πάλι τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου μὲ τὸ ἄλογο, ἔγινε λιτανεία καὶ τὴν ἄλλη μέρα, ὅλη ἡ ἀκρίδα ἔφυγε ἀπὸ τὶς πλαγιές, καὶ τὰ χωράφια, κι ἔπεσε στὸ ποτάμι.

η) Μᾶς ἦρθε καὶ ξηρασία· λιτανεία, καὶ τὴν ἑπομένη ἔβρεξε.

θ) Ἕνα μουγγὸ κορίτσι μίλησε.

ι) Μιὰ κοπέλα, τὴν εἶχαν στὸ Δαφνί, στὸ τρελλοκομεῖο, τὴν ἔφεραν ἐδῶ κι ἔγινε καλά.

ια) Ἕνας πατέρας ἀπὸ τὸ Τσούγκουρο, ποὺ ἔφερε τὸ παιδί του ἐδῶ καὶ τὸ γιάτρεψε ὁ Ἅγιος, ἔκανε τάμα κι ἔδωσε καὶ στὸ παιδί του παραγγελία: Ὅσο βελάζει κι ἕνα κατσίκι ἀκόμα στὸ κοπάδι, θὰ τὸ πᾶς στὸν Ἅι-Νικόλα.

ιβ) Ἕνας ἄλλος ἀπὸ τὴν Ὀξύνεια, ἔταξε καὶ εἶπε καὶ στὸ παιδί του: Ὅσο θἄχεις τὰ πρόβατα, θὰ στέλνεις κάθε χρόνο ἕνα ἀρνὶ στὸν Ἅγιο. Ἅμα τάξεις τὸ σφαχτό, καὶ δὲν τὸ δώσεις, τότε ἢ θὰ ψοφήσει, ἢ θὰ τὸ φάει ὁ λύκος![27]

ιγ) Ὁ τοπικός μας Ἅγιος, Νικόλαος ὁ ἐκ Μετσόβου ὁ Νεομάρτυς, κατὰ καιροὺς μᾶς ἐκπλήσσει μὲ τὴν θαυματουργική του χάριν. Τὴν 8ην Αὐγούστου 1968, μᾶς ἐχάρισε ἕνα ἀκόμη θαῦμά του. Ἀποκατέστησε τὴν ἐκ χρονίας ἀγκυλώσεως πάσχουσα χεῖρα μιᾶς μοναχῆς, ἀδελφῆς τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ἀγίου Στεφάνου, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἐπέτυχον ἐπὶ ἔτη αἱ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν θεραπευτικαὶ ἀγωγαὶ καὶ ἐγχειρήσεις, καθὼς καὶ τὰ ἰαματικὰ λουτρά.

Ἡ ἐν λόγῳ μοναχῇ, κατὰ τὴν εἰς τὰ λουτρὰ Σμοκόβου παραμονήν της διὰ λουτροθεραπείαν, εἶδεν ἐν ὀνείρῳ κάποιον μὲ Μετσοβίτικην ἐνδυμασία νὰ τῆς λέγῃ: Καλὰ εἶναι καὶ τὰ λουτρά. Ἐγὼ ὅμως θὰ σὲ κάμω καλά. Νὰ ἔλθῃς εἰς ἐμἐνα. Εἶμαι ἐκεῖ κοντά σου. Ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὸ Ἡσυχαστήριόν της διηγήθη εἰς τὴν Ἡγουμένη τὸ ὅραμα καὶ ὅτι τῆς ἦταν ἄγνωστος ὁ νέος. Ἡ Ἠγουμένη ἀντελήφθη ὅτι μὲ στολὴν Μετσοβίτικην θὰ ἦτο ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὅπου εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Βαρλαὰμ φυλάσσεται ἡ Τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου. Τὴν 8η Αὐγούστου ἡ Ἡγουμένη μετὰ δύο ἀκόμη ἀδελφῶν καὶ τῆς πασχούσης μοναχῆς μετέβησαν εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Βαρλαάμ. Ἐκεὶ ἀνεγνώρισε τὸν Ἅγιον ἐκ μιᾶς τοιχογραφίας. Κατὰ τὴν στιγμὴν ποὺ ἡ μοναχὴ ἐπλησίασε νὰ προσκυνήσῃ τὴν Ἁγίαν Κάραν καὶ μόλις ἐπέθεσε τὴν ἀγκυλωμένη χεῖρα τῆς ἐπ᾿ αὐτῆς ἀντελήφθη τὴν Τιμίαν Κάραν τοῦ Ἁγίου νὰ κινῆται, νὰ τρέμῃ, καὶ ἐν συνεχείᾳ ᾐσθάνθῃ ἕνα τίναγμα εἰς τὴν χεῖρά της, ὡσὰν νὰ ἤγγισε ἐπὶ ἠλεκτροφόρου σύρματος. Μετὰ ταῦτα διεπίστωσεν ὅτι εἶχε θεραπευθῆ. Τὸ θαῦμα εἶχε συντελεσθῆ. Θαυμαστὸς λοιπὸν ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. Ἔκτοτε, αὕτη εἶναι ὑγιεστάτη καὶ μονάζει σήμερον (1988) εις τὴν Μονὴν Φυλῆς Ἀττικής, ἥτις καὶ διηγεῖται τὸ θαῦμα τὸ ὁποῖον ἔγινεν διὰ πρεσβειῶν τοῦ Μάρτυρος[28].

ιδ) Ἕτερο θαῦμα στὴν δεκαετία τοῦ 1980, ἔγινε στὴν Ἱ. Μ. Βαρλαάμ. Ἕνα κορίτσι ἀπὸ τὸ χωριὸ Μηλιὰ Μετσόβου, ἔπασχε ἀπὸ ἐπιληψία βαρειᾶς μορφῆς. Οἱ γονεῖς τῆς τὴν πῆγαν σὲ πολλοὺς γιατρούς, ἀλλὰ πουθενὰ δὲν βρέθηκε θεραπεία. Τελικά, τὴν πῆγαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βαρλαάμ, ὅπου ἀσπάσθηκε τὴν Κάρα τοῦ Ἁγίου. Ἔκτοτε τὸ κορίτσι αὐτὸ εἶναι ὑγιέστατο καὶ ζεῖ καὶ κινεῖται σὲ φυσιολογικὰ πλαίσια.

ιε) Τέλος, ἀναφέρουμε ἀντιπροσωπευτικὰ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα, ποὺ γίνονται συχνά, στὸν Ναό του στὴν Κατοχὴ Αἰτωλοακαρνανίας.

Τὸ θαῦμα ποὺ εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ, ἔχει σχέση μὲ τὴν παρεμπόδιση τοῦ γκρεμίσματος τοῦ Ναοῦ, ὅταν γίνονταν τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα ἀπὸ τὶς ἐταιρείες ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ. Ὅταν χαράσσονταν οἱ γραμμὲς γιὰ τοὺς δρόμους καὶ τὰ αὐλάκια (κανάλια), ἔφτασαν σιγὰ-σιγὰ καὶ στὸν λόφο τοῦ Ἅη-Νικόλα. Ὀ ἐπικεφαλῆς μηχανικός, ἀφοῦ τοποθέτησε τὰ μηχανήματα (διόπτρες σκοπεύσεως κλπ), ἀποφάσισε πὼς γιὰ νὰ γίνει καλὸ τὸ ἀντλιοστάσιο καὶ στὴν σωστὴ θέση, ἔπρεπε νὰ κτισθεῖ στὴν θέση τῆς ἐκκλησίας καὶ φυσικὰ ἡ ἐκκλησία θὰ γκρεμιζόταν. Οἱ ἄλλοι ἐργαζόμενοι (ἀνάμεσά τους καὶ πολλοὶ Κατοχιανοί), προσπάθησαν νὰ τὸν μεταπείσουν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἄκουγε τίποτε. Ὅταν ὅμως ξανακοίταξε μὲ τὶς διόπτρες, γιὰ νὰ χαράξει τὴν τελικὴ γραμμή, εἶδε μέσα τὴν μορφὴ ἑνὸς νέου μοναχοῦ. Αὐτὸ ἔγινε πολλὲς φορές, καὶ τὸ εἶδαν πολλοὶ ἄνθρωποι στὴν συνέχεια, ἐνῷ ὅταν μετακινοῦσε τὴν διόπτρα, ἡ μορφὴ τοῦ μοναχοῦ γινόταν ἄφαντη. Ὅταν δόθηκε ἐντολή, σὲ χειριστὴ μπουλντόζας νὰ προχωρήσει στὸ γκρέμισμα τοῦ ναοῦ, τὸ μηχάνημα ἔπαθε ζημιά. Ὅσες φορὲς καὶ ἂν προσπάθησαν δὲν πέτυχαν τὸν σκοπόν τους. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι πρὸς ἄλλλη, ἀντίθετη κατεύθυνση, τὸ μηχάνημα κινοῦνταν κανονικά, ἐνῷ πρὸς τὸν Ναὸ ὄχι. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ μηχανικὸς πείστηκε πὼς ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ ἐπέμβαση τοῦ Ἁγίου γινόταν γιὰ νὰ διασωθεῖ τὸ ξωκλήσι, ἀποφάσισε τὴν τροποποίηση τῶν σχεδίων καὶ τελικὰ ἔγινε τὸ ἀντλιοστάσιο λίγο πιὸ βόρεια, στὴν θέση ποὺ εἶναι σήμερα[29].

Γ) Οἱ Ναοὶ τοῦ Ἁγίου.

α) Μεγαλοπρεπὴς Ναὸς βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ ἀνεγέρθηκε πρὶν λίγα χρόνια στὰ Τρίκαλα, στὴν θέση παλιοῦ ναοῦ τοῦ Νεομάρτυρος, ποὺ χτίστηκε τὸ 1957, ἐπὶ Μητροπολίτου Δωροθέου. Ἐφυλάσσετο δὲ τὸ ἄσπρο καὶ τριμμένο πουκάμισο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ποὺ δωρήθηκε τὸ 1972 στὸν ὁμώνυμο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ στὰ Τρίκαλα. Τὸ ἅγιο τοῦτο πουκάμισο δωρήθηκε στὸν Ναὸ ἀπὸ τὴν εὐσεβὴ οἰκογένεια τοῦ Γεωργίου Γκαναβάρα, στὸ σπίτι τῆς ὁποίας παλιότερα στὴν Κρανιὰ Ἀσπροποτάμου εἶχε ξεντυθεῖ σὲ μιὰ περιοδεία του ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς.

β) Στὴν πόλη τοῦ Τυρνάβου ὑπάρχει παλιὰ βασιλική, ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο τὸν ἐκ Μετσόβου, καθὼς καὶ ὁλόκληρος συνοικισμὸς ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του. Ὁ ναὸς αὐτὸς χτίστηκε ἀπὸ τοὺς Μετσοβίτες τοῦ Τυρνάβου ὕστερα ἀπὸ προτροπὴ τοῦ μεγάλου Μετσοβίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Νικολάου Τζαρτζούλη, ὁ ὁποῖος δίδαξε στὸν Τύρναβο τὸ 1765. Ὁ ναὸς αὐτὸς πανηγυρίζει τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ.

γ) Ναὸς τοῦ Νεομάρτυρος ὑπάρχει καὶ στὸ χωριὸ Ὀξύνεια Τρικάλων, στὸ σημεῖο ὅπου κατὰ τὴν παράδοση ὁ Ἅγιος ξεπέζευε μὲ τὰ ζῶά του ὅταν πήγαινε στὰ Τρίκαλα γιὰ πουλήσει δαδί. Ὁ Ναὸς ἀνακαινίστηκε τὸ 1973.

δ) Στὸ Μέτσοβο, ὑπάρχει πρὸς τιμὴν τοῦ Νεομάρτυρος γραφικὸ παρεκκλήσι ποὺ χτίστηκε τὸ 1800 καὶ εἶναι προσκολλημένο στὸ ἰστορικὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας. Στὴν δυτικὴ ἐσωτερικὴ πλευρὰ τοῦ Ναοῦ, ὑπάρχει μιὰ θαυμαστὴ ἁπλοϊκὴ ὑδατογράφης, ποὺ ἔγινε τὸ 1800 ἀπὸ τὸν λαϊκὸ ζωγράφο Διονύσιο Μαρέσο, καὶ παριστάνει τὸ Μέτσοβο μὲ ἁπλοϊκὰ διακοσμήματα.

Ἐπίσης στὸ Μέτσοβο καὶ ἀκριβῶς στὸ χῶρο ὅπου βρισκόταν τὸ σπίτι τοῦ Ἁγίου, χτίστηκε μικρὸ προσκύνημα.

ε) Στὴν Κατοχὴ Αἰτωλοακαρνανίας, οἱ κάτοικοι ἔκτισαν στὸν ὁμώνυμο λόφο ἀρχικὰ ἕναν μικρὸ ναό, καὶ τὰ τελευταία ἕναν μεγαλύτερο. Ἡ παράδοση ἀναφέρει γιὰ τὸν θαυματουργικὸ τρόπο ἀνευρέσεως τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου στὴν κουφάλα πουρναριοῦ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς Βλάχους τῆς Πίνδου, οἱ ὁποῖοι τοὺς χειμερινοὺς μῆνες μετέφεραν ἐκεῖ τὰ πρόβατά τους.

στ) Τὰ τελευταία χρόνια χτίστηκε ναὸς στὴν τοποθεσία Σαλονίκη τῆς Πάρνηθας.

ζ) Ἐπίσης στὸ χωριὸ Βλαχάβα Καλαμπάκας.

η) Καὶ ἰδωτικὸς τοῦ Νικολάου Γκουργκούλια, στὸ χωριὸ Ἀχλαδέα Καλαμπάκας.


Δ) Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου.

Τὸ Μέτσοβο, τὰ Τρίκαλα, ἠ Ἀθήνα, τὰ Γιάννινα καὶ ἡ Μονὴ Βαρλαὰμ τῶν Μετεώρων, γιορτάζουν μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα τὴν μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος.

α) Στὸ Μέτσοβο, τὰ παλιότερα χρόνια, ἡ πανήγυρη τοῦ Ἀγίου γιορταζόταν στὸ παρεκκλήσι του, ποὺ εἶναι προσκολλημένο στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἀγίου Νικολάου, ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἠ γιορτὴ ἦταν ὑποβαθμισμένη, ἐπὶ τῆς πρώτης Ἐξαρχίας τοῦ Ἀρχιμανδίτου Βενεδίκτου Βοΐλα (1893-1900), καθιερώθηκε ἡ 17η Μαΐου ὡς τοπικὴ γιορτή. Ἐπίσης καθιερώθηκε νὰ ψάλλεται στὶς Ἐκκλησίες τοῦ Μετσόβου σὲ κάθε Θεία Λειτουργία τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Νεομάρτυρος πρὶν ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ.

Για τὸ πῶς γιορταζόταν τότε ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου στὸ Μέτσοβο, ἡ ἐφημερίδα Ἤπειρος, ἀριθμὸς φύλλου 50/13-6-1910, γράφει σὲ ἀνταπόκρισή της τὰ ἑξῆς: Τὴν 17ην Μαΐου τοῦ ἔτους 1617 έμαρτύρησεν ἐν Τρικκάλοις τῆς Θεσσαλίας ὁ ἐκ Μετσόβου Νεομάρτυς Νικόλαος ἐμμείνας εἰς τὴν πάτριον θρησκείαν καὶ προτιμήσας τὸ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ θάνατον μαρτυρικόν. Ἐφ᾿ ᾧ εἰς τὸ ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Νικολάου παρεκκλήσιόν του ἐτελέσθη πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία Ἐξαρχική, εἰς ἥν πλὴν ἄλλων πολλῶν μετέβησαν καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν σχολείων μας ἐν παρατάξει τῇ συνοδείᾳ τῶν διδασκάλων.

Σήμερα στὸ Μέτσοβο, ἡ μνήμη τοῦ πολιούχου γιορτάζεται μὲ κάθε λαμπρότητα ὡς ἑξῆς: Τὶς ἀπογευματινὲς ὥρες τῆς παραμονῆς τῆς γιορτῆς γίνεται λιτάνευση τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνας καὶ τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Ἡ ἱερὰ πομπή, ξεκινάει ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, διέρχεται διὰ μέσου τῶν κεντρικῶν δρόμων τῆς πόλεως καὶ καταλήγει στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἐκεῖ τελεῖται Μέγας Ἀρχιερατικὸς Ἑσπερινός, μὲ ἀρτοκλασία καὶ θεῖο κήρυγμα. Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς, τελεῖται στὸν Ἰερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πανηγυρικὴ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία. Τὸ ἀπόγευμα τῆς γιορτῆς, στὸ παρεκκλήσι τοῦ Νεομάρτυρος Νικολάου στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μύρων Λυκίας, ψάλλεται ὁ παρακλητικὸς κανόνας τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ ἀργότερα στὴν κεντρικὴ πλατεία τοῦ Μετσόβου οἱ χορευτικοὶ σύλλογοι τῆς πόλεως παρουσιάζουν ἕνα πλούσιο γιορταστικὸ πρόγραμμα.

β) Πανηγυρικὰ γιορτάζεται καὶ στὰ Τρίκαλα ὀ Νεομάρτυς Νικόλαος. Τὴν παραμονὴ τῆς γιορτῆς, στὸν φερώνυμο Ναὸ τῆς πόλεως τελεῖται Μέγας Ἀρχιερατικὸς Ἑσπερινός, μὲ τὴν συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἱερέων τῆς πόλεως καὶ πλήθους πιστῶν. Τὸ πρωὶ τῆς γιορτῆς τελεῖται πανηγυρικὴ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία. Πρὶν ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό, στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ, γίνεται ἡ ὑποδοχὴ τῆς θαυματουργῆς ἁγίας Κάρας τοῦ Νεομάρτυρος, ἠ ὀποία στὴν συνέχεια ἐκτίθεται σὲ λαϊκὸ προσκύνημα.

γ) Ἡ Μονὴ Βαρλαὰμ τῶν Μετεώρων, ποὺ κατέχει τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τῆς ἁγίας Κάρας, γιορτάζει μὲ βυζαντινὴ μεγαλοπρέπεια τὴν μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος. Τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῆς γιορτῆς, τελεῖται ὁλονύχτια ἀγρυπνία μὲ τὴν συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἡγουμένων τῶν Μονῶν τῶν Μετεώρων. Τὴν ἀγρυπνία παρακολουθοῦν πολλοὶ πιστοί, ποὺ ἔρχονται γι᾿ αυτὸ τὸ σκοπό, ἀπὸ διάφορα μέρη.

δ) Ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, ἠ μετσοβίτικη παροικία, τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Νεομάρτυρος. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Ἐξωραΐστικοῦ Συλλόγου Μετσόβου, τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 17η Μαΐου, τελεῖται στὸ παρεκκλήσι τῆς Φοιτητικῆς Ἑστίας Τοσίτσα, στὴν Κάτω Κηφισιά, Θεία Λειτουργία μὲ ἀρτοκλασία. Ἀκολουθεῖ τὸ πατροπαράδοτο μετσοβίτικο γλέντι κάτω ἀπὸ τὰ πανύψηλα δένδρα τῆς Φοιτητικῆς Ἑστίας.

ε) Τέλος, οἱ Μετσοβίτες τῶν Ἰωαννίνων, γιορτάζουν τὸν Ἅγιο μὲ πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία καὶ ἀρτοκλασία στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Φρουρίου Ἰωαννίνων.

Ε) Ἀκολουθίες τοῦ Ἁγίου.

Δύο Ἀκολουθίες πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου ἔχουν γραφτεῖ:

α) Ἡ πρώτη εἶναι πόνημα τοῦ Μεγάλου Μετσοβίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Νικολάου Κύρκου ἢ Τζαρτζούλη καὶ γράφτηκε αἰτήσει τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ. Ἡ Ἀκολουθία αὐτή, ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στην Βενετία τὸ 1757 ἀπὸ τὸν Ἀντώνιο Τζάτα μὲ δαπάνη τοῦ Γιαννιώτη Πολυζώη Λαμπανιτζιώτη. Ἡ δεύτερη ἔκδοση τῆς ἴδιας Ἀκολουθίας, ἔγινε στὴν Βενετία τὸ 1771 μὲ τὴν ἐπιμέλεια καὶ τὶς διορθώσεις τοῦ Ἀντωνίου Βόρτολη. Ἀνατύπωση τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς ἔγινε τὸ 1968 στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας μὲ δαπάνη τοῦ ἀειμνήστου Μετσοβίτη Ἐπαμεινώνδα Σ. Ῥουστοπάνη.

β) Ἡ δεύτερη Ἀκολουθία, εἶναι ποίημα τοῦ ἀειμνήστου ὑμνογράφου τῆς Ἐκκλησίας μας, Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου. Ἡ Ἀκολουθία αὐτὴ περιλαμβάνεται στὸ Ἠπειρωτικὸ Λειμωνάριο, ποὺ ἐκδόθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1968, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ μακαριστοῦ, τότε Μητροπολίτου Ἰωαννίνων Σεραφείμ, καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἐλλάδος.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 17 Μαΐου

(Τρίτου Μιχαήλ: Ὁ Μετσοβίτης Νεομάρτυς Νικόλαος, Εκδοση Λαογραφικοῦ-Μορφωτικοῦ Συλλόγου Μετσόβου «Ὁ Νικόλαος Τζαρτζούλης», Ἰωάννινα, 2005)

[1] Ἀγγελ. Χατζημιχάλη: Οἱ ἐν τῷ Ἑλληνοσχολείῳ Μετσόβου διδάξαντες καὶ διδαχθέντες, ἐν Ἰωαννίνοις 1994, σ. 67. Πρβλ. Γεωργ. Ἀθαν. Οἰκονόμου: 40 Ἅγιοι τῆς Ἠπείρου, 1955, σ.54

[2] Ἰεζεκιὴλ Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος: Ὁ νεοφανὴς Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐξ Ἰχθύος καὶ οἱ Ἅγιοι Νικόλαοι τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, Η-Θ (1930-31). Πρβλ. Φωτίου Γ. Οἰκονόμου: Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἠπείρου, Ἀθῆναι, 1982, σ.211

[3] Εὐγενίου Βουλγάρεως: Πρὸς Πέτρον τὸν Κλαίρκιον· ἐπιστολὴ περὶ τῶν μετὰ τὸ σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν γινομένων ἐν αὐτῇ θαυμάτων, Ἀθήνησι, 1844, σ. 28· ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Σίλβεστρος ὀνομάζει τὸν Ἅγιο, Νικόλαο ἐξ Ἰωαννίνων

[4] Δημητρίου Σαλαμάγκα: Ὁ Νεομάρτυρας Ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, Ἀθήνα, 1954, σ. 13

[5] Νικοδήμου Aγιορείτου: Νέον Μαρτυρολόγιον, Ἀθῆναι, 19613, σ. 67. Πρβλ. Κων. Χ. Δουκάκη: Μέγας Συναξαριστής, Ἀθῆναι, 1892, τ. Ε´, σ. 308. Μακαρίου Κορίνθου, Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νικηφόρου Χίου καὶ Ἀθανασίου Παρίου: Συναξαριστὴς Νεομαρτύρων, Ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 531. Βίκτωρος Ματθαίου: Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι, 1950, τ. Ε´, σ. 422

[6] Otto Meinardus: A Study of the Relics ofSaints of the Greek Orthodox church, Orient Christianus, t.54, Wiesbaden, 1970, s. 224

[7] Χρυσ. Παπαδοπούλου: Οἱ Νεομάρτυρες, ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι, 19703, σ. 59. Πρβλ. Ἀναστασίου Ἰωανν.: Σχεδίασμα περὶ τῶν Νεομαρτύρων, Μνήμη 1821, Θεσσαλονίκη, 1971, σ. 35

[8] Περαντώνη Ἰωάννου: Λεξικὸν τῶν Νεομαρτύρων, τ. Α´, Ἀθῆναι, 1972, τ. Γ´, σ. 387

[9] Βίκτωρος Ματθαίου, ὅ. π., σ. 422

[10] Δουκάκη, ὅ. π. σ. 310

[11] Δημ. Σιωμοπούλου: Οἱ Νεομάρτυρες καὶ ἠ ἐθνικὴ ἀναγέννηση, α. τ. και χ. χ., σ. 23

[12] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ. π., σ. 67. Πρβλ. Συναξαριστὴς Νεομαρτύρων, ὅ. π., σ. 531

[13] Περαντώνη: Λεξικόν, τ. Γ´, ὅ. π., σ. 387

[14] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ. π., σ. 68. Πρβλ. Δουκάκη, ὅ. π., σελ. 310 καὶ Συναξαριστὴς Νεομαρτύρων, ὅ. π., σ. 532

[15] Δουκάκη Κωνσταντίνου: Ἀκολουθία ᾀσματικὴ μετὰ ἐγκωμίου πάντων τῶν νεοφανῶν Μαρτύρων, Ἀθῆναι, 1897, σελ. 32. Πρβλ. Κώστα Σαρδελῆ: Ὁ Ἅγιος τῶν σκλάβων, Ἀθήνα, 1991, σ. 238

[16] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ. π., σ. 68. Πρβλ. Δουκάκη, ὅ. π., σελ. 310 καὶ Συναξαριστὴς Νεομαρτύρων, ὅ. π., σ. 532

[17] Σωφρονίου Εὐστρατιάδου: Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι, 1960, σ. 539

[18] Louis Petit: Bibliographie des Acolouthies queques, Bruxelles, 1926, s. 215. Πρβλ. Χρυσ. Παπαδοπούλου, ὅ. π. σ. 59. Χατζημιχάλη, ὅ.π., σ. 65. Γ. Οἰκονόμου, ὅ. π., σ. 53. Περαντώνη: Λεξικόν, ὅ. π., σελ. 387. Τρύφ. Εὐαγγελίδου: Νέα Ἑλλάς, Ἀθῆναι, 1913, σ. 272. Κων. Σάθα: Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τ. Γ´, Βενετία, 1872, σ. 606. Ἀνδρέα Μιχαλοπούλου: Μεγάλες Μορφές, Ἀθῆναι, 19763, σ. 163. Κων. Δεσπότη: Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἠπείρου, Ἰωάννινα, 1986, σ. 33. Κονιδάρη Γερ.: Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι, 1970, σ. 182. Βοβολίνη Κων.: Ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸν ἀγώνα τῆς ἐλευθερίας, Ἀθῆναι, 1952, σ. 37

[19] Βίκτωρος Ματθαίου, ὅ.π., σ. 423

[20] Νικ. Ι. Γιαννοπούλου: Τὰ Μετέωρα, Βόλος, 1926, σ. 78. Πρβλ τοῦ ἰδίου: Αἱ παλαιαὶ Ἐκκλησίαι Τρικκάλων καὶ οἱ δύο Βησσαρίωνες Λαρίσης, Ἀθῆναι, 1926, σ. 7. Περαντώνη: Λεξικόν, ὅ. π., σ. 387. Ἰεζεκιὴλ Θεσσαλιώτιδος, ὅ. π., σ. 217 καὶ Γ. Οἰκονόμου, ὅ. π., σ. 54

[21] Πολυκάρπου Τύμπα: Βίος καὶ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος Νικολάου, Ἀθῆναι, 1972, σ. 9

[22] Γ. Οἰκομόμου, ὅ. π., σ. 54

[23] Ἀθηναγόρου Μητροπολίτου Παραμυθίας καὶ Πάργης: Νέος Κουβαρᾶς, ΗΧ4 (1929), σ. 18

[24] Θέκλας Μοναχῆς: Ἡ Παναγία τοῦ Μετσόβου, α. τ., 1985, σ. 52

[25] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ὅ. π., σ. 68. Πρβλ. Δουκάκη, ὅ. π., σελ. 311, Συναξαριστὴς Νεομαρτύρων, ὅ. π., σ. 533, καὶ Βίκτωρος Ματθαίου ὅ. π., σ. 424

[26] Βακαλοπούλου Ἀποστόλου: Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. Α´, Θεσσαλονίκη, 1961, σ. 241

[27] Δημ. Καλουσίου: Τὸ πανηγύρι τοῦ Μετσοβίτη Νεομάρτυρα Ἁγίου Νικολάου στὴν Ὀξύνεια Καλαμπάκας, περ. Ἅγιος Βησσαρίων, Ἰαν-Ἰουν. 1990, σσ. 32 & 34. Καὶ Δημ. Μυλωνᾶ: Τοπωνύμια-Ἐπώνυμα καὶ Ξωκλήσια τῆς Ὀξύνειας, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 32

[28] Ἱερᾶς Μητροπόλεως Τρίκκης καὶ Σταγῶν: Δελτίον Ἐνημερώσεως, Αὔγουστος 1968, τεύχος 82 & π. Εὐαγγέλου Ματζουνέα, γραμματέως τῆς ἐπὶ τῶν Νομοκανονικῶν Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰσηγητικὴ ἔκθεση γιὰ τὴν ἀνακήρυξη Ἁγίου.

Πρβλ. Τύμπα ὅ.π., σσ. 15-16 & Συμεὼν Κατσίμπρα: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐκ Μετσόβου, Ἰωάννινα, 1982, σσ. 84-87

[29] Κων. Ῥόμπολα: Ὀ Κατοχιανὸς Ἅγιος Νικόλαος ὁ Μετσοβίτης, Κατοχή, 2002, σσ. 42-43 πηγή: Βλάχοι.net Βίος και θαύματα του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου του εκ Μετσόβου

Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ - ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΗ ΘΕΟΛΟΓΟΥ - ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΥ

Στα τριάμιση τελευταία χρόνια της επίγειας ζω­ής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν Αυτός κήρυττε το Ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και έκανε αμέ­τρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχώς οι άγι­οι απόστολοι και οι μυροφόρες γυναίκες. Οι από­στολοι τους οποίους ο ίδιος διάλεξε ήταν περισσό­τεροι από τις μυροφόρες. Και μόνο τους αποστόλους έστελνε ο Κύριος να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. Μό­νο στους αποστόλους έδωσε την εξουσία να διώ­χνουν τα δαιμόνια και να θεραπεύουν τους ασθενείς. Οι μυροφόρες, αν και δεν τις αγαπούσε ο Κύριος λι­γότερο από τους αποστόλους, δεν έλαβαν απ' Αυτόν τέτοια χαρίσματα.

Πρέπει να σκεφτούμε ποιοι είναι οι λόγοι που ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός άλλη στάση κρατούσε απέναντι στους άνδρες και άλλη απέναντι στις γυ­ναίκες, τα δύο αυτά φύλα του ανθρωπίνου γένους. Δεν μπορούμε βέβαια να δώσουμε μία εξαντλητική απά­ντηση σ’ αυτό το ερώτημα.

Μπορούμε όμως με βάση όχι τη δική μας λογική αλλά την αγία Γραφή να βρούμε κάποια στοιχεία που θα βοηθήσουν τη σκέ­ψη μας να πάρει σωστή κατεύθυνση.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε, αν μπορούσαν ή όχι οι γυναίκες με τις ασθενείς δυνά­μεις τους να σηκώσουν το βάρος του αποστολικού έργου, των διωγμών και των βασάνων που υπέφεραν οι απόστολοι του Χριστού. Υπάρχουν γι’ αυτό το θέμα πολλές μαρτυρίες και στην Αγία Γραφή και στους βίους των αποστόλων. Ας ακούσουμε τι λέει ο Πρωτοκορυφαίος και μεγάλος απόστολος Παύλος για τα βάσανα που υπέφερε για τον Χριστό και τους διω­γμούς που υπέστη για το όνομά Του κατά τη διάρκεια του αποστολικού του έργου: «Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μί­αν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β’ Κορ. 11, 24-27).

Αυτά υπέφερε ο απόστολος Παύλος.

Ας θυμηθούμε τώρα το βίο του Πρωτοκλήτου αποστόλου Ανδρέα. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή του. Στην αρχή κήρυττε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία. Με­τά πήγε στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, επι­σκέφτηκε όλες τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις και κήρυττε εκεί τον Χριστό. Στη Σινώπη οι ειδωλολάτρες τον χτύπησαν με αγριότητα και τον άφησαν μισοπεθαμένο έξω από την πύλη της πόλε­ως. Εδώ του φανερώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον θεράπευσε και του είπε να μην φοβάται κανέ­ναν. Έτσι ο απόστολος Ανδρέας συνέχισε το δρόμο και αφού πέρασε την Αμπχαζία και τον Καύκασο έ­φτασε στην Κριμαία.

Ναι, και εδώ κήρυττε ο απόστολος Ανδρέας το Ευαγγέλιο. Όμως δεν σταμάτησε εδώ αλλά συνέχι­σε την πορεία του. Ακολουθώντας τον ποταμό Δνεί­περο έφτασε στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται η μεγάλη και η αγία πόλη του Κιέβου. Εκεί στους λό­φους του Κιέβου ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό και είπε: «Πιστέψτε με, εδώ σ’ αυτούς τους λόφους θα λάμψει η χάρη του Θεού. Μεγάλη πόλη θα είναι εδώ, θα κτί­σει ο Κύριος στον τόπο αυτό πολλές εκκλησίες και θα φωτίσει με το θείο Βάπτισμα όλη την Ρωσική γη».

Δεν τελείωσε όμως στο Κίεβο η περιοδεία του. Ο απόστολος του Χριστού προχώρησε στο βάθος της ρωσικής γης και έφτασε μέχρι την βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστείτε τώρα πόσο δύσκολος ήταν ο δρόμος του. Από δω γύρισε στην Ελλάδα, όπου τελείωσε τη ζωή του πάνω στο σταυρό. Δεν κάρφω­σαν με τα καρφιά τα χέρια και τα πόδια του αλλά τα έδεσαν με σχοινί για να υποφέρει πιο πολύ. Επάνω στο σταυρό ο απόστολος βρισκόταν τέσσερεις μέρες και τέσσερεις νύχτες, υποφέροντας πολλά βάσανα και δοξάζοντας τον Θεό.

Σκεφτείτε τώρα, αν θα μπορούσαν οι μυροφόρες γυναίκες να αντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους και διωγμούς που υπέφεραν οι απόστολοι. Σας έχω πει ότι εκτός από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο όλοι οι άλλοι απόστολοι είχαν μαρτυρικό θάνατο και πολ­λοί απ’ αυτούς τελείωσαν την ζωή τους πάνω στο σταυρό. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να αντέξουν τέ­τοιους κόπους; Τέτοιους διωγμούς και καταδιώξεις που υφίσταντο οι απόστολοι; Μπορούν να συγκρι­θούν οι ασθενείς δυνάμεις μιας γυναίκας με την δύ­ναμη που είχε για παράδειγμα ο άγιος απόστολος Ανδρέας; Ασφαλώς όχι. Οι γυναίκες είναι πιο αδύναμες από τους άνδρες, γι’ αυτό και ο Κύριος Ιη­σούς Χριστός αλλιώς φερόταν στους άνδρες και αλ­λιώς στις γυναίκες. Δεν θέλησε να επιφορτίσει τις μυροφόρες γυναίκες με το βάρος του αποστολικού έργου.

Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, η οποία και αυτή έχει μεγάλη σημασία. Ακούστε τι είπε ο μεγάλος προφήτης Μωϋσής στο πέμπτο βιβλίο της Πεντατεύχου, στο Δευτερονόμιο: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Μη νομίζετε ότι εδώ πρόκειται για καρναβάλια. Και να μην νομίζετε ότι είναι ασήμα­ντος αυτός ο σύντομος λόγος του προφήτη, που ανα­φέρεται στο γυναικείο ένδυμα.

Ο λόγος αυτός έχει μεγάλη σπουδαιότητα και θα ήθελα να το καταλάβετε διότι αυτό θα μας βοηθή­σει για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανέθεσε το αποστολικό έργο με τους κόπους και τους πόνους του στους άνδρες απο­στόλους και όχι στις μυροφόρες γυναίκες. Είναι πο­λύ σημαντική η διάκριση που έκανε ο Κύριος μετα­ξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με το ρόλο και την αποστολή που έχει κάθε φύλο.

Εκείνοι οι επιστήμονες, οι οποίοι ασχολούνται με τη βιολογία, ξέρουν καλά ότι κάθε φυτό και κάθε ζώο από τη φύση τους, ή καλύτερα να πούμε από τον Δημιουργό, είναι προορισμένα να ζουν σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες είναι διαφορετι­κές για το καθένα απ’ αυτά. Αυτές οι συνθήκες προσδιορίζουν τη ζωή τους αλλά επίσης και τη δομή που έχει το σώμα τους.

Τώρα, ό,τι αφορά τον άνθρωπο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ανδρός και γυναικός. Και είναι δια­φορετική η δομή του σώματος τους. Πρώτ’ απ’ όλα η γυναίκα είναι πολύ πιο αδύνατη από τον άνδρα. Ο Θεός προόρισε τη γυναίκα για ένα συγκεκριμένο έργο. Τη γυναίκα, και όχι τον άνδρα. Το έργο αυτό διαφέρει πολύ από εκείνο, για το οποίο είναι προο­ρισμένος ο άνδρας.

Τι είναι το σημαντικότερο στη ζωή του άνθρω­που; Όλα τα έργα που κάνει ο άνθρωπος έχουν γι’ αυτόν την ίδια σπουδαιότητα; Ασφαλώς όχι. Όταν έπλασε ο Θεός τους πρώτους ανθρώπους, τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε την πρώτη εντολή, πολύ σύντομη και πολύ απλή: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1, 28). Αν αυτή ήταν η πρώτη εντολή τό­τε πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι εξαιρετικά σημαντική και πολύ βαθιά. Αν δεν υπήρχε αυτή η ε­ντολή, τότε το ανθρώπινο γένος θα ήταν ολιγάριθμο και αδύναμο μπροστά στη φύση. Ξέρουμε ότι μόνο εκείνα τα κράτη θεωρούνται ισχυρά, αυτά που έχουν μεγάλο πληθυσμό.

Η εντολή, λοιπόν, του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δηλώνει την σπουδαιότητα που έχει για το ανθρώπινο γένος το έργο αυτό. Αδιαμφισβήτητα τον πρώτο λόγο εδώ έχει η γυναίκα και όχι ο άνδρας. Για τη γυναίκα το έργο αυτό είναι το πιο σημαντικό στη ζωή της. Αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η αγία Γραφή. Βέβαια δεν είναι σωστό να περιορίζουμε το ρόλο της γυναίκας στην τεκνογονία. Και πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος προσεκτικός και πνευματικά καλλιεργημέ­νος δεν σκέφτεται έτσι.

Οι Γερμανοί λένε ότι όλος ο ρόλος και η απο­στολή της γυναίκας προσδιορίζονται από τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ρούχα, κουζίνα, εκκλησία. Είναι ασέ­βεια να λέμε και να σκεφτόμαστε έτσι και να προσ­βάλλουμε ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Για μας τους ορθοδόξους αυτό είναι απαράδεκτο. Θέλω να πω ότι αν η γυναίκα έχει κάποια προσόντα δεν πρέ­πει να τα αφήσει. Αν της έδωσε ο Θεός βαθιά διά­νοια μπορεί να ασχοληθεί με την επιστήμη ή τη λο­γοτεχνία. Επαναλαμβάνω, είναι μεγάλο λάθος και είναι ανεπίτρεπτο να περιορίζουμε το ρόλο της γυ­ναίκας στην τεκνογονία και την ανατροφή των παι­διών.

Αυτό όμως δεν αφορά όλες τις γυναίκες. Διότι είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν κάποιες εξαιρετι­κές ικανότητες ή ταλέντα ή κλίση στην τέχνη, την επιστήμη ή την φιλοσοφία. Οι περισσότερες ως το σημαντικότερο έργο τους πρέπει να βλέπουν αυτό για το οποίο τις προόρισε ο Κύριος. Το να γεννάει η γυναίκα και να φροντίζει τα παιδιά της είναι έργο σπουδαιότατο. Και είναι απαράδεκτο να αφήνει η γυναίκα το παιδί της χωρίς φροντίδα. Καμμία άλλη γυναίκα δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί της όπως το φροντίζει η μητέρα του.

Εδώ πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η συγγένεια εξ αίματος, την οποία δεν πρέπει να την παραβλέπου­με. Επίσης και το μητρικό γάλα, τις ιδιότητες του οποίου ίσως δεν τις γνωρίζουμε καλά, έχει μεγάλη σημασία για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού. Και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πράγμα: Η αγάπη που προσφέρει η μητέρα στο παιδί της δεν μπορεί να του την προσφέρει καμμία άλλη γυναίκα. Αλλοίμονο στο παιδί που το μεγαλώνει μία ξένη γυ­ναίκα και όχι η μητέρα του ή που μεγαλώνει σε κά­ποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αλίμονο στη γυναίκα που αρνείται το παιδί της.

Αλλοίμονο και σ’ αυτή τη γυναίκα που παραβλέ­πει και δεν δίνει σημασία στις προτεραιότητες του φύλου της. Αλλοίμονο σ’ εκείνες τις γυναίκες που περιφρονώντας την αξιοπρέπεια τους προτιμούν να φοράνε ανδρικά ρούχα. Έχω ακούσει για μία ανόη­τη γυναίκα που κυκλοφορούσε στους δρόμους ντυμέ­νη με ανδρικό κοστούμι. Όταν την έβλεπαν οι άν­θρωποι με απέχθεια και αγανάκτηση έστρεφαν το βλέμμα τους. Δεν καταλάβαινε η καημένη ότι προσ­βάλλει μ’ αυτό την αξιοπρέπειά της.

Αυτό επιβεβαιώνει και η Αγία Γραφή με το λό­γο που ήδη έχουμε αναφέρει: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Βεβαίως δε θεωρεί­ται βδέλυγμα κάθε άνθρωπος που είναι ντυμένος με ρούχα του άλλου φύλου. Δεν μπορεί να είναι οργή του Θεού πάνω στη γυναίκα η οποία για να θρέψει τα μικρά της παιδιά δουλεύει ως σοβατζής και είναι αναγκασμένη να φοράει ανδρικά ρούχα για να κάνει τη δουλειά της. Δεν πρόκειται εδώ για τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ μιλάμε για τις γυναίκες που περιφρο­νούν το δικό τους γυναικείο ένδυμα. Έχω δει στα πανεπιστήμια πολλές καθηγήτριες που φοράνε ανδρικά ρούχα. Αυτές είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θε­ού, αυτές παραβαίνουν την εντολή που τις δόθηκε από τον Θεό.

Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κύ­ριος δεν κάλεσε τις μυροφόρες γυναίκες να αναλά­βουν το έργο που προοριζόταν για τους άνδρες. Και γι’ αυτό ζητά ο Κύριος από τις γυναίκες να εκτιμούν και να σέβονται το δικό τους γυναικείο φύλο, τις ιδι­ότητες της ψυχολογικής τους σύνθεσης που τις χά­ρισε ο Θεός. Αν έχετε από τον Θεό αυτές τις ιδιό­τητες, να τις φυλάγετε με μεγάλο σεβασμό και ευχα­ριστία προς τον Κύριο. Αμήν.

Πηγή: ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Α’.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2021

Η ΑΓΙΑ ΓΛΥΚΕΡΙΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

 ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Οι γυναίκες και μάλιστα οι νεαρές παρθένες, Μάρτυρες της Εκκλησίας μας επέδειξαν τον ίδιο ηρωισμό με τους άνδρες κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όπου η πίστη του Χριστού διώκονταν με δαιμονική μανία από τον αρχαίο ειδωλολατρικό παρηκμασμένο κόσμο. Μια από αυτές υπήρξε η αγία Μάρτυς Γλυκερία.

Έζησε τον 2ο μ. Χ. αιώνα στα χρόνια που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161). Γεννήθηκε στην πόλη Τραϊανούπολη και ήταν κόρη του υπάτου της πόλεως Μακαρίου. Όταν ακόμα μικρή κατηχήθηκε κρυφά από θερμούς Χριστιανούς και έγινε ένθερμη Χριστιανή. Ως έφηβη είχε αναπτύξει αξιοθαύμαστη κατηχητική δράση, μεταστρέφοντας στην Εκκλησία πλήθος νεανίδων ειδωλολατρών.

Η δράση της έγινε γνωστή στους αδίστακτους ιερείς των ειδώλων, οι οποίοι την κατήγγειλαν στον φανατικό ειδωλολάτρη ηγεμόνα Σαβίνο, ο οποίος έδωσε διαταγή να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν μπροστά του. Η νεαρή Γλυκερία, πριν την παρουσιάσουν στον τύραννο είχε σημειώσει στο μέτωπό της το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ομολόγησε με ηρωισμό την πίστη της στο Λυτρωτή και Σωτήρα Χριστό. Ο Σαβίνος την οδήγησε σε παρακείμενο βωμό να θυσιάσει στο άγαλμα του Δία.

Η Γλυκερία προσευχήθηκε στο Χριστό και αμέσως ακουστηκε μια μεγάλη βροντή και το είδωλο έπεσε από μόνο του και συντρίφτηκε. Τότε οι ειδωλολάτρες ιερείς, γεμάτοι οργή, την παρέδωσαν στον ηγεμόνα να λιθοβοληθεί. Εκείνος συγκέντρωσε πλήθος φανατισμένων ειδωλολατρών, δίνοντάς τους εντολή να τη φονεύσουν δια λιθοβολισμού. Όρμισαν μανισμένοι και άρχισαν να την λιθοβολούν με μανία και κατάρες. Όμως οι λίθοι άλλαζαν κατεύθυνση και δεν άγγιζαν τη Μάρτυρα! Τότε την εξέλαβαν ως μάγισσα και άρχισαν να τη βρίζουν χυδαία.

Ο ηγεμόνας την έκλεισε φυλακή και μάλιστα να την ασφαλίσουν, φοβούμενος πως με τα μαγικά της θα δραπέτευε. Εκεί την επισκέφτηκε ο σεβάσμιος Χριστιανός ιερέας της πόλεως Φιλοκράτης για να την εμψυχώσει. Βρήκε την Μάρτυρα να προσεύχεται. Εκείνη το μόνο που του ζήτησε ήταν να την σφραγίσει με το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Το επόμενο πρωί οδηγήθηκε στο δικαστήριο, στο όπου πρωτοστατούσε ο ηγεμόνας Σαβίνος. Τη ρώτησε αν ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει στο Δία για να της χαριστεί η ζωή. Εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά και ομολόγησε για μια ακόμα φορά την πίστη της στο Χριστό. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Μάρτυρας κρεμασμένη δοξολογούσε το Θεό!

Ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να τη ξεκρεμάσουν και να της συντρίψουν το πρόσωπο, διότι δεν άντεχε να ακούει τις δοξολογίες της. Αλλά την ίδια στιγμή εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και παρέλυσε τους δημίους της, μένοντας ακίνητοι σαν νεκροί. Βλέποντας το νέο αυτό θαύμα ο Σαβίνος, διέταξε να την κλείσουν στη φυλακή και να μην της δίνουν τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Αλλά όμως άγγελοι της πήγαιναν τροφή και εκείνη δοξολογούσε αδιάκοπα το Θεό.

Έμεινε εκεί κλεισμένη για πολύ καιρό. Κάποτε ο ηγεμόνας αποφάσισε να πάει στην πόλη Ηράκλεια και σκέφτηκε να πάρει μαζί του την Γλυκερία για να την πιέσει εκεί να αρνηθεί την πίστη της. Γεμάτος έκπληξη διαπίστωσε πως δεν είχε πάθει ασιτία και είδε στο κελί της παραθεμένα πολλά εδέσματα και παραξενεύτηκε.

Οι Χριστιανοί της Ηράκλειας, με επικεφαλής τον Επίσκοπό τους Δομίτιο, όταν πληροφορήθηκαν ότι θα έφτανε στην πόλη τους η αθλοφόρος Μάρτυς του Χριστού, έτρεξαν αν την προϋπαντήσουν και να την τιμήσουν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους ειδωλολάτρες. Το άλλο πρωί ο ηγεμόνας οργάνωσε δημόσια δίκη, καλώντας πολύ κόσμο να την παρακολουθήσουν και διατάσσοντας την Γλυκερία να θυσιάσει στα είδωλα, διαφορετικά θα την θανάτωνε. Εκείνη για μια ακόμα φορά ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, καταφρονώντας τις απειλές του ηγεμόνα. Τότε εκείνος διέταξε να πυρακτώσουν ένα καμίνι και να την ρίξουν να βρει τραγικό και παραδειγματικό θάνατο. Αλλά το θαύμα επαναλήφτηκε, έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδηξε στο καμίνι. Αμέσως οι φλόγες άρχισαν να ξεχύνονται από το καμίνι και μια ουράνια υπέροχη δροσιά αντικατέστησε την θανατερή πυρά. Εκείνη στεκόταν. Σαν τους Τρεις Παίδες της Παλαιάς Διαθήκης, στη μέση της καμίνου, δοξολογώντας το Θεό!

Βλέποντας το θαύμα ο θηριώδης Σαβίνος, όχι μόνον δεν πίστεψε στη δύναμη του αληθινού Θεού, αλλά έδωσε διαταγή για νέα βασανιστήρια. Να τη δέσουν χειροπόδαρα και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Γλυκερία υπέμεινε με απίστευτο ηρωισμό το μαρτύριο. Έτσι με το κεφάλι γδαρμένο την πέταξαν στη φυλακή. Όμως και πάλι έγινε το θαύμα. Άγγελος Κυρίου την επισκέφτηκε το μεσονύκτιο, την έλυσε από τα δεσμά και την θεράπευσε, χωρίς να αφήσει το παραμικρό σημάδι στο κεφάλι της!

Το επόμενο πρωί ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος, όταν πήγε για να την παραλάβει και να την οδηγήσει και πάλι στον ηγεμόνα, διαπίστωσε με θαυμασμό την θαυματουργική θεραπεία της και την απελευθέρωσή της από τα δεσμά. Πήγε στον Σαβίνο και ομολόγησε την μεταστροφή του στο Χριστό. Αμέσως δόθηκε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν, και να αξιωθεί το μαρτυρίου! Οι Χριστιανοί πήραν το σώμα του Μάρτυρα και το ενταφίασαν με τιμές. Την δε Γλυκερία αποφάσισε να ρίξει στην αρένα να την κατασπαράξουν τα αιμοβόρα και πεινασμένα θηρία.

Η Μάρτυρας άκουσε με χαρά την απόφαση του ηγεμόνα και στάθηκε γαλήνια στο κέντρο της αρένας, όπου παρακολουθούσαν το θέαμα χιλιάδες ειδωλολάτρες θεατές. Τα πεινασμένα θηρία όρμισαν και την κατασπάραξαν, παραδίδοντας με αυτόν τον φρικτό και βασανιστικό τρόπο την αγία ψυχή της στο Χριστό, που τόσο αγάπησε στη ζωή της. Ο Επίσκοπος Ηρακλείας Δομίτιος περιμάζεψε ό, τι είχε απομείνει από το λείψανό της και το έθεσε σε ασφαλές μέρος της επισκοπής του. Η μνήμη της εορτάζεται στις 13 Μαΐου.

Πηγή:www.pemptousia.gr

Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΣ Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

«Ἀργύριον πιστοί, εὐφημήσωμεν ὕμνοις, καὶ πόθῳ  τὴν αὐτοῦ, ἑορτάσωμεν μνήμην».

O νέος αὐτός ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, Ἀργύριος ἤ Ἀργυρός, καταγόταν ἀπό τήν Ἐπανομή. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες γεροντοτέρων, οἱ γονεῖς του ἦταν ὁ Ἀστέριος καί ἡ Βασιλική τό γένος Ντουγιούδη. Ὅπως διηγήθηκαν πολλοί Θεσσαλονικεῖς, οἱ ὁποῖοι τόν γνώρισαν ἀπό κοντά, γιατί ἐκεῖ ζοῦσε, ὡς ὑπηρέτης σέ κάποιον ράφτη, ἦταν ἕνας νέος πολύ χαριτωμένος, πολύ εὐλαβής, σεμνός στούς τρόπους καί στολισμένος μέ ἠθικά χαρίσματα. Στήν ἡλικία περίπου δέκα ὀκτώ ἐτῶν.

Κατά τίς ἡμέρες ἐκεῖνες κάποιος χριστιανός ἀπό τόν Σοχό, βρισκόταν κλεισμένος στήν φυλακή τοῦ πασᾶ τῆς Θεσσαλονίκης γιά κάποιο ἔγκλημα πού εἶχε διαπράξει. Μή ἔχοντας νά πληρώσει τά χρήματα πού τοῦ ζήτησε ὁ πασᾶς, τόν ἀπειλοῦσε ὅτι θά τόν κρεμάσει.

Μπροστά στήν ἀπειλή τοῦ θανάτου ὁ ἄφρων ἐκεῖνος δείλιασε καί προκειμένου νά ἀποφύγει τόν θάνατο ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά τουρκέψει. Τό γεγονός αὐτό χαροποίησε τούς Ἀγαρηνούς, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή. Μετά, λοιπόν, τήν ἄρνηση τῆς ἁγιωτάτης πίστης μας καί τήν ὁμολογία τῆς ἀντίχριστης πλάνης τῶν Ἀγαρηνῶν τόν πῆγαν σ᾽ ἕνα καφενεῖο, στήν τοποθεσία Ταχτάκαλα, γιά νά τόν συμβουλέψουν!

Παρακολουθώντας τά γενόμενα, ὁ νεαρός Ἐπανομίτης Ἀργύριος, θερμάνθηκε ἡ ψυχή καί ἡ καρδιά του ἀπό θεῖο ζῆλο, γέμισε ἀπό ἐνθουσιασμό καί  ἀφοῦ ἔδιωξε κάθε φόβο ἀπό μέσα του, περιφρονώντας ἀκόμα καί τήν ζωή του, ὅρμησε μέ μεγάλη γενναιότητα καί θαυμαστή ἀνδρεία μέσα στό καφενεῖο, ὅπου βρισκόταν ἐκεῖνος ὁ ἐλεεινός ἀρνησίχριστος, τριγυρισμένος ἀπό πλῆθος ἀγρίων καί μοχθηρῶν γενιτσάρων, καί ἀφοῦ στάθηκε μπροστά στόν ἀρνητή τοῦ λέγει, μέ πολλή παρρησία, μπροστά σέ ὅλους, χωρίς νά φοβηθεῖ κανέναν: «Ἀδελφέ ἔκαμες, μεγάλο κακό μέ τό νά ἀρνηθεῖς τόν Χριστό καί Σωτήρα μας. Μπορεῖ νά ἀποφύγεις αὐτόν  τόν πρόσκαιρο θάνατο, ἀλλά νά ξέρεις ὅτι  θά παραδώσεις τήν ψυχή σου στήν κόλαση, ἡ ὁποία εἶναι θάνατος αἰώνιος καί ἀτέλειωτος. Σύνελθε καί μετανόησε, ὡμολόγησε καί πάλι τόν Χριστό. Ἄς σέ θανατώσουν. Ἀξίζει νά προσφέρουμε τό αἷμα μας γιά τόν Χριστό, νά πεθάνουμε γιά τήν ἀγάπη Του, γιατί κι Ἐκεῖνος θυσιάστηκε γιά τήν δική μας ἀγάπη».

Αὐτά μόνον τά ἱερά καί χριστιανικά λόγια πρόφθασε νά πεῖ, ὁ μακάριος Ἀργυρός. Κατόπιν ἀκολούθησε ἐκεῖνο πού ὁ καθένας μπορεῖ νά φανταστεῖ. Ἀμέσως ὥρμησε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος τῶν φοβερῶν γενιτσάρων δέρνοντάς τον ἄγρια, μέ ἀλαλαγμούς καί βαρβαρικές ἰαχές. Σίγουρα θά τόν εἶχαν θανατώσει  τόν Ἅγιο  ἄν δέν περνοῦσε ὁ λογισμός ἀπό τόν νοῦ τους, ὅτι, ἴσως μπορέσουν νά τόν ἀλλαξοπιστήσουν. Ἡ σκέψη αὐτή τούς ἔκανε νά συγκρατήσουν τά χέρια τους σταματώντας συγχρόνως καί τό μαρτύριο. Ἀλλά μέ γυμνά τά μαχαίρια, μέ σηκωμένα τά χέρια καί ἔξαλλοι ἀπό φανατισμό ἀπευθύνονται στόν νεαρό Ἀργύριο: «Πές μας ὅτι τουρκεύεις, διαφορετικά αὐτή τήν στιγμή σέ θανατώνουμε».

03Σάν βροντή ἔπεσε ἡ ἀδύναμη φωνή τοῦ μάρτυρα: «Εἶμαι χριστιανός καί δέν ἀρνιέμαι τήν πίστη μου, ὁτιδήποτε καί ἄν μοῦ κάνετε. Δόξα καί τιμή μου ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιθυμία μου νά πεθάνω γιά τήν πίστη καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ».

Οἱ Ἀγαρηνοί μέ πολλή μανία καί ἀγριότητα ὡδήγησαν τόν Ἀργυρό στόν Κατή καταγγέλοντάς του γιά τήν πράξη του αὐτή. Τόν ἔδειραν ἀλύπητα, προσπαθώντας μέ κάθε τρόπο νά τόν πιέσουν, ὥστε νά ἀρνηθεῖ  τήν πίστη του καί νά ὀμολογήσει τήν δική τους θρησκεία. Βλέποντας ὅμως ὅτι ἄδικα πασχίζουν, γιατίὁ  Ἅγιος ἔμεινε σταθερός καί ἀκλόνητος, σταμάτησαν τά βασανιστήρια καί ἄρχισαν μέ κολακείες νά ὑπόσχονται δῶρα καί ἀξιώματα, ἐλπίζοντας πώς ἔτσι θά μπορέσουν νά τόν ἐξαπατήσουν, ὥστε νά ἀλλάξει γνώμη. Ἐπειδή ὅμως οὔτε μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο κατάφεραν νά πετύχουν τόν σκοπό τους, τόν ἔριξαν στήν φυλακή, καταπληγωμένο, προκειμένου νά τόν ἀνακρίνουν γιά δεύτερη φορά.

Ὑστερα ἀπό δύο ἡμέρες τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή. Βλέποντας ὅτι καί πάλι παραμένει σταθερός καί ἀκλόνητος στήν πίστη του, ζήτησαν ἀπό τόν Κατή νά ἐκδώσει ἀπόφαση γιά νά κρεμάσουν τόν μάρτυρα.

Ὁ Κατής ὅμως δυσκολευόταν νά ἐκδώσει τέτοια ἀπόφαση, γιατί ἔβλεπε ὅτι τό« ἔγκλημά του» δέν ἦταν γιά θάνατο, ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁ καθένας πρέπει νά εἶναι ζηλωτής καί ὑπέρμαχος τῆς πίστης του, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Ἀργύριος. Συγχρόνως παρακίνησε καί τούς ὁμοθρήσκους του νά μιμηθοῦν τό παράδειγμα τοῦ νεαροῦ Ἀργυροῦ καί ἄν θέλουν ἄς προσπαθήσουν νά τόν μεταπείσουν.

Αὐτά εἶπε ὁ Κατής. Ἐκεῖνοι ὅμως ταράχθηκαν καί ἐξαγριώθηκαν ἐναντίον του σάν θηρία, λέγοντας: «Τί εἶναι αὐτά πού λές; Εἶναι δυνατόν νά δικαιώνεις τόν ἐχθρό τῆς πίστης μας; Πῶς ἀνέχεσαι κάποιον νά βρίζει καί νά βλαστημάει τήν πίστη μας καί ἐσύ νά τόν ἐπαινεῖς; Δέν τόν κρίνεις, λοιπόν, ἄξιο θανάτου;».

Ἀφοῦ ἄκουσε ὅλα αὐτά, σκέφθηκε γιά λίγο, ἴσως καί νά φοβήθηκε τούς μανιώδεις Ἀγαρηνούς, καί ἔπειτα εἶπε: «Ἐπειδή βλασφήμησε τήν πίστη μας εἶναι ἔνοχος θανάτου καί δίνω τήν ἄδεια νά κρεμαστεῖ».

010Χωρίς καθυστέρηση οἱ αἱμοβόροι γενίτσαροι παρέλαβαν τόν Ἅγιο  καί τόν κρέμασαν στόν τόπο πού λέγεται Καμπάν.

Ἔτσι ὁ καλλίνικος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής Ἀργύριος ἔλαβε τό ἀκήρατο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στίς 11 Μαΐου 1806, ἡμέρα Παρασκευή καί σέ ἡλικία περίπου 18 ἐτῶν.

Τώρα συναγάλλεται μαζί μέ τούς ἄλλους μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή ἐπικύρωσε τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον μέ τήν μαρτυρική του θυσία.

Πολλοί ἀπό τούς παρευρισκομένους, ὅπως λέγεται, παρατήρησαν ὅτι στό νεκρό σῶμα τοῦ εὐλογημένου Ἀργυροῦ δέν ὑπῆρχε κανένα σημάδι ἀπαγχονισμοῦ, καί ἀκόμα ὅτι φαινόταν σάν ζωντανός πού κοιμᾶται.

Ἐπίσης ἀνεξήγητο παραμένει καί τό πῶς ἐπέτρεψαν ἀμέσως τήν ἄλλη ἥμερα νά τόν ξεκρεμάσουν, ἐνῶ σύμφωνα μέ τήν συνήθεια πού  ἐπικρατοῦσε ἔπρεπε νά παραμείνει κρεμασμένος ἐπί τρεῖς ἡμέρες.

Αὐτῷ γὰρ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις  σὺν  τῷ  ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμὴν

Πηγή: www.pathanasios.gr

Κυριακή, 9 Μαΐου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΡΩΜΑΙΟΥ


Ἡ σημερινὴ Κυριακή μᾶς παρουσιάζει μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ λαμπρές, τὶς πιὸ βαθειὲς καὶ τὶς πιὸ ἑλκυστικὲς
θὰ λέγαμε εἰκόνες τὶς ὁποῖες μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Κύριός μας μέσα στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ κύρια πρόσωπα αὐτῆς τῆς σκηνῆς εἶναι ὁ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος Ἄνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀπὸ τὴν ἄλλη.

Ὁ Κύριος ἔχει νικήσει τὸν θάνατο, ἔχει πλέον καταργήσει τὴν δύναμη καὶ τὴν ἰσχύν τοῦ σατανᾶ, τελεσιδίκως, ἔχει χαρίσει, δυνάμει, τὴν σωτηρία σ’ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, εἰσέρχεται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», −μὲ αὐτή τὴν πράξη διακηρύσσει τὴν παντοδυναμία Του καὶ τὴν κυριότητά του ἐπάνω στὸν κόσμο− εἰσέρχεται, κάνει διάλογο, χαρίζει τὴν εἰρήνη Του στοὺς ‘Ἀποστόλους καὶ μὲ πολλὴ ἁπλότητα, σὰν ἕνα μικρὸ παιδάκι, τοὺς δείχνει τὰ χέρια Του καὶ τὴν πλευρά Του. Λείπει ὁ Θωμᾶς. Κιʼ ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν πληροφοροῦν καὶ τοῦ λέγουν «ὅτι ἔχουμε δεῖ καὶ ἔχουμε συναντήσει τὸν Ἰησοῦν, εἶναι Ἀναστημένος» ἐκεῖνος δυσπιστεῖ.

Ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πολλοὺς τρόπους ἔχει ἐπαινέσει αὐτή τὴν δυσπιστία τοῦ Θωμᾶ. Ποιὸς εἶναι ὁ Θωμᾶς; Ποιὸν παρουσιάζει ἐκείνη τὴ στιγμή; Παρουσιάζει ὅλους ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουμε ἀκόμα ταυτίσει τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε γιὰ τὸν Χριστό, μαθαίνουμε γιὰ τὸν Χριστό, κάποτε θεωροῦμε πολὺ ὡραῖα αὐτὰ πού μαθαίνουμε, κάποτε ὁραματιζόμαστε καὶ φανταζόμαστε αὐτὸ τὸ Πρόσωπο πανίσχυρο καὶ παντοδύναμο νὰ μᾶς ἱκανοποιεῖ ὅλες τὶς ἀνάγκες, ἴσως ὅλες τὶς φιλοδοξίες, ἀλλά συγχρόνως δὲν Τὸν ἔχουμε κοντά μας, δὲν τὸν βλέπουμε ὁρατό, ἁπτό, ὅπως ὅταν ἔλειπε ὁ Θωμᾶς δὲν Τὸν εἶδε καὶ ἐκεῖνος καὶ δυσπιστοῦσε. Γι’ αὐτὸ κιʼ ἐμεῖς παρ’ ὅλη τὴν μερικὴ γνωριμία πού μπορεῖ νὰ ἔχουμε μὲ τὸν Χριστὸν βρισκόμαστε σὲ μιὰ παρόμοια κατάσταση.

Μᾶς ἐκπροσωπεῖ ὁ Θωμᾶς σ’ αὐτή τὴ σκηνή. Ὁ Θωμᾶς λέγει στοὺς ἄλλους ὅτι «ἂν δὲν βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰςτὸν τύπον τῶν ἥλων δὲν σᾶς πιστεύω». Κιʼ ἐμεῖς πολλὲς φορές, παρὰ τὸ ὅτι εἶναι τόσοι αἰῶνες πού ἔχουν περάσει καὶ ὁ Κύριος διακηρύσσει «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», ἐμεῖς θέλουμε νὰ γνωρίζουμε, νὰ δοῦμε γιὰ νὰ πιστεύσουμε. Καὶ θέλουμε ἀποδείξεις. Καὶ τὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς πάντοτε μικραίνει τὸν ἑαυτό Του μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ δίνει ἀποδείξεις. Δίνει ἀποδείξεις ἀσάλευτες, ἀτράνταχτες· καὶ αὐτὸ ἔκανε καὶ στὸν Θωμᾶ: «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ βάλε τὴν χεῖραν σου εἰς τὴν πλευράν μου».

Ἕνας ὕμνος στὸν Ὄρθρο, ἴσως τὸν ἀκούσατε, λέγει: «φέρε τὴν χεῖραν σου καὶ ἐρεύνα, ἐρεύνα, ὅτι αὐτὸς Ἐγὼ εἰμί, ὁ διὰ σὲ Παθητός». Δὲν φοβᾶται ὁ Ἰησοῦς τὴν ἔρευνα. Δὲν φοβᾶται νὰ σμικρυνθεῖ μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ τὴν ἀνθρώπινη περιέργεια καὶ τὴν ἀνθρώπινη δυσπιστία Εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων καὶ γιʼ αὐτό δὲν φοβᾶται νὰ γίνει μικρότερος κιʼ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς, ἐπειδὴ εἴμαστε μικροί, θέλουμε πάντοτε νὰ παρουσιαζόμαστε μεγάλοι στοὺς ἀνθρώπους, σοβαροὶ καὶ σπουδαῖοι.

Καὶ τότε ἔγινε αὐτὴ ἡ θριαμβευτικὴ ὁμολογία τῆς πίστεως τοῦ Θωμᾶ: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» !

Βέβαια θὰ εἴμαστε μακάριοι ἂν φτάναμε κιʼ ἐμεῖς σ’ αὐτή τὴν ὁμολογία καὶ ἂν ἀκολουθούσαμε τὸν ὑπόλοιπο βίο τοῦ Θωμᾶ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχουμε προθυμία. Ἴσως ἀκόμη δὲν φτάσαμε στὸ σημεῖο νὰ πληροφορηθοῦμε βαθειὰ μέσα μας. Ἀλλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ κάτι μικρότερο. Θὰ μπορούσαμε νὰ ὁμολογοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λέει, «φέρε τὸ δάκτυλό σου καὶ βάλτο στὶς πληγές μου», ἀσφαλῶς αὐτὸ ἔχει μιὰ ἄμεση ἀναφορὰ καὶ σημασία στὸ ὅτι δὲν φοβᾶται νὰ δείξει τὶς οὐλὲς τῶν παθῶν Του.

Ἀλλὰ δίνει καὶ σὲ μᾶς ἕνα ἄλλο μάθημα ὁ Ἰησοῦς. Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὁμολογοῦμε τὰ λάθη μας. Τὶς πληγὲς πού μᾶς φέρνει ὁ σατανᾶς. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία, τὴν ἐπίδειξη ἤ τὴν ἔνδειξη τῶν πληγῶν μας, ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ τῆς ταπεινώσεως. Ἀρχίζουμε νὰ μοιάζουμε ἔστω καὶ σ’ αὐτό τὸ σημεῖο κατὰ μίαν σχετικότητα καὶ ἀναλογίαν μὲ τὸν Ἀναστημένο Χριστό.

Γιατί πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος ποὐ ἔχει ἀκουμπήσει πιὰ στὸ Χριστὸ δὲν φοβᾶται νὰ μιλάει γιὰ τὸ βρώμικο παρελθόν του, ἀλλά καὶ γιὰ τὴν ἀδύναμη κατάσταση πού ζεῖ τὴ στιγμὴ πού εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία. Τὴν ἐποχή πού ἀγωνίζεται γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ὑπερνικήσει τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, τὴν ἁμαρτία, τὰ πάθη του, τὸν ἐγωϊσμό του καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Δὲν φοβᾶται νὰ τὰ ὁμολογήσει ὅταν πιὰ ἔχει στηριχθεῖ ἀπόλυτα στὸ Χριστό.

Ἀντιστρόφως ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ἀκόμα σʼ ἕνα στάδιο αὐτοπροστασίας, ὅταν πιστεύει ὅτι ἡ εὐτυχία του εἶναι μιὰ αἴγλη ἀνθρώπινη, ἀνθρωπάρεσκη, φιλόδοξη, ματαιόδοξη αἴγλη, ὅταν πιστεύει ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν καλὴ ὑπόληψη οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν, τότε φοβᾶται νὰ μιλήσει γιὰ τίς πτώσεις του καὶ γιὰ τὰ λάθη του.

Καὶ τὸ βλέπουμε αὐτο καὶ στὸν ἀπόστολο Παῦλο. Δὲν φοβόταν νὰ λέει ὅτι ἐδίωξε καθ’ ὑπερβολὴν τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ λένε ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τὸ λένε οἱ εὐχὲς τῆς Μεταλήψεως πού διαβάζουμε καὶ ὅσοι μὲν μποροῦμε νὰ ζοῦμε σ’ αὐτὰ τὰ βιώματα τὶς δεχόμαστε ἀνεπιφύλακτα. Ἀλλὰ ὑπάρχουν κι’ ἄλλοι πού τὶς ἀκοῦν καὶ λένε: «Μὰ αὐτὰ δὲν πᾶνε στὸ δικό μου τὸ στόμα. Ἐγὼ δὲν ἔχω κάνει τέτοια πράγματα. Τί λένε αὐτοὶ ἐδῶ πέρα; Πῶς μπορεῖ νὰ προσευχηθῶ ἐγώ μ’ αὐτές τὶς εὐχές;» Φοβοῦνται νὰ ὁμολογήσουν. Φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν οἱ ἄνθρωποι πού δὲν ἔχουν ἀκουμπήσει ἀπόλυτα στὸν Χριστό.

Ἔτσι λοιπὸν λέγοντας αὐτές τὶς κάπως ἴσως σκόρπιες σκέψεις ἤθελα νὰ δώσω ἕνα μήνυμα, πού βγαίνει βέβαια ἀπ’ ὅλα αὐτά πού εἶπα ἀλλά τὸ μήνυμα εἶναι ὅτι: ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ-πολὺ ἀνοιχτοί, νὰ σεβόμαστε τὴν ἐλευθερία τους, νὰ σεβόμαστε τὴν ὁμολογία τους, νὰ δεχόμαστε τὴν εἰλικρίνειά τους χωρὶς νὰ τὴ βάζουμε στὸ δικό μας διυλιστήριο, στὸ δικό μας μικροσκόπιο.

Ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό μας πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ ἐρευνητικοί. Πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ συγκεκριμένοι καὶ πολὺ ἀληθινοὶ μὲ τὸν ἑαυτό μας γιὰ νὰ μπορέσουμε ν’ ἀκουμπηήσουμε σωστὰ στὸν Χριστὸ πού εἶναι ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή. Καὶ τότε δὲν θὰ ἔχουμε δειλία δὲν θὰ ἔχουμε φόβο, δὲν θὰ ἔχουμε ἐντροπή, δὲν θὰ ἔχουμε δισταγμοὺς νὰ ὁμολογοῦμε τὸ ποιοὶ ὑπήρξαμε καὶ τὸ ποιοὶ θέλουμε νὰ ὑπάρχουμε.

Βεβαίως ἐμεῖς, ἀλλά καὶ ὁ Κύριος σ’ αὐτή τὴν περικοπή, καταδικάζει αὐτούς πού θέλουν νὰ δοῦν γιὰ νὰ πιστεύουν. Καὶ στὴ σύγχρονη ἐποχή ἀναπτύσσεται καὶ μία θεολογικὴ ἄποψη ὅτι τελικὰ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα πού θέτουμε στὰ κηρύγματα ἢ σὲ διάφορα βιβλία ὑπὲρ τῆς πίστεως κάνουν ζημιὰ στὴν πίστη γιατί πρέπει ἀσυζήτητα καὶ ἀδιερεύνητα νὰ ἀποδεχόμεθα τὴν πίστι.

Γιά μᾶς, γιὰ τὸ ἄτομό μας ὁ καθένας θὰ πρέπει αὐτό νὰ τὸ εἰσπράξει πολὺ σοβαρὰ καὶ νὰ τὸ μελετήσει μέσα του, γιατί ὅταν κανεὶς ἀναγκὰζεται ἀπὸ τὴ λογική, ἀπὸ τὴν ἐμπράγματο ἀπόδειξη νὰ πιστέψει, οὐσιαστικὰ δὲν πιστεύει, καταφάσκει τὴ λειτουργία τῆς διανοίας του. Δὲν πιστεύει. Ὅποιος πιστεύει ἀφήνεται ἀνοικτός, ὅπως οἱ Ἀθηναῖοι λέγανε «τῷ ἀγνώστῳ θεῷ». Ἦταν γιʼ αὐτοὺς ἄγνωστος, ἀλλά τὸν ἐπίστευαν. Καὶ ἦρθε ἀκριβῶς ὁ Παῦλος καὶ τοὺς Τὸν ἀπεκάλυψε. Νὰ εἶναι ἡ ψυχὴ ἀνοικτὴ στὸν Θεό, ὅπως ὁ Θωμᾶς ἦταν ἀνοικτὸς εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐὰν πράγματι παρουσιάζετο καὶ εὑρίσκετο Ἀνεστημένος. Ἤθελε νὰ δυσπιστήσει στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων οὐσιαστικὰ καὶ ὄχι στὴν πραγματικότητα τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ.

Ἔτσι καὶ ἐμεῖς. Ὅσο ἀμφισβητίαι κι’ ἂν εἴμαστε, ἂν ἒχουμε τὴν ψυχὴ μας ἀνεπιφύλακτα στὸν Θεὸ πού μπορεῖ νὰ μὴν Τὸν γνωρίζουμε καὶ νὰ μὴν ἔχουμε διαβάσει Θεολογία καὶ νὰ μὴν ἔχουμε διαβάσει τὴν Ἁγία Γραφή καὶ νὰ μὴν ξέρουμε πῶς νὰ Τὸν σκεφθοῦμε ἢ νὰ Τὸν φανταστοῦμε στὴ διάνοιά μας, ἀλλά σ’ Αὐτὸν τὸν Ἕνα καὶ μοναδικὸ Θεὸ ἂν εἴμαστε ἀνοιγμένοι, ὅσο ἀμφισβητίαι κι’ ἂν εἴμαστε ὁ Θεὸς θὰ προχωρήσει μέσα μας, γιατί θὰ μπεῖ «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», δηλαδὴ θὰ μπεῖ χωρὶς τὴν χρησιμοποίηση τῶν ὑλικῶν μας αἰσθήσεων, τοῦ νοός μας τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων.

Καὶ τότε θὰ γίνει ἡ ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Θεὸν καὶ θὰ φωνάξουμε κι’ ἐμεῖς μέσας μας βαθειά, μυστικὰ στὸ ταμεῖον μας: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου, δόξα Σοι.

Πηγή:www.imaik.gr

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ

Μεταξύ των ανθρώπων που ζουν γύρω μας υπάρχουν και αυτοί που δεν πιστεύουν στον Θεό και όμως κάνουν πολλά καλά έργα. Συχνά ακούω την έξης ερώτηση» «Αυτό δεν είναι αρκετό, δεν θα σωθούν αυτοί οι άνθρωποι με τα καλά τους έργα»; Πρέπει οπωσδήποτε να δώσω την απάντηση. Όχι, δεν θα σωθούν μόνο με τα καλά έργα. Γιατί δεν θά σωθούν; Γιατί έτσι είπε ό

Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός, όταν «επηρώτησε… νομικός, πειράζων αυτόν και λέγων» διδάσκαλε, ποια εντολή μεγάλη εν χω νόμω; ό δέ Ιησούς εφη αύτω’ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου., , αυτή εστί πρώτη και μεγάλη εντολή, δευτέρα δε όμοια αύτη’ αγαπήσεις τον πλησίον σου ώς σεαυτόν» (Μτ. 22, 35-39).

Αν η πίστη στον Θεό και η αγάπη προς Αυτόν είναι η πρώτη και η σπουδαιότερη εντολή του νόμου» αν η δεύτερη εντολή για την αγάπη προς τον πλησίον πηγάζει απ’ αυτή την πρώτη, και αν η αγάπη προς τον πλησίον παίρνει την δύναμη της από την αγάπη προς τον Θεό, τότε αυτό σημαίνει, ότι για να σωθεί κανείς πρέπει με όλη την καρδιά του να αγαπήσει τον Θεό, διότι αυτή είναι η πρώτη και η σπουδαιότερη εντολή του νόμου.

Τι σημαίνει σωτηρία; Το να σωθεί κανείς σημαίνει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, να μπει στην Βασιλεία του Θεού και να γίνει κοινωνός αυτής της Βασιλείας! τι είναι η Βασιλεία του Θεού και τι είναι η αιώνια ζωή;

Ό Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός είπε στους Εβραίους έναν πολύ θαυμαστό λόγο, ότι όλοι πρέπει να τρώνε τον Επουράνιο ‘Άρτο και ότι ό Επουράνιος αυτός ‘Άρτος είναι η Σάρκα του, την οποία Αυτός δίνει για την σωτηρία του κόσμου και για να ζει ό κόσμος.

«Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοϊς» (Ίω. 6, 53). Ποια ζωή; την ζωή την αιώνια» δεν θα έχετε την αιώνια ζωή, δεν θα γίνετε κοινωνοί της Βασιλείας του Θεού και δεν θα σωθεί’ η ψυχή σας. Μπορεί να υπάρχει κάτι πιο ξεκάθαρο απ’ αυτό τον λόγο; Αν δεν πιστεύουμε με ‘όλη την καρδιά μας στον Θεό, αν δεν βαφτιζόμαστε, αν δεν κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, τότε η σωτηρία για μας δεν υπάρχει.

Βλέπετε, μόνο τα καλά έργα δεν αρκούν για να σωθούμε!

Ξέρουμε ότι και οι άπιστοι κάνουν καλά και δίκαια έργα. και τότε δημιουργείται η ερώτηση’ πώς να κρίνουμε τα καλά έργα που κάνουν οι άπιστοι, ποια είναι η άξια τους; Βέβαια, όλα τα καλά έργα που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι έχουν την άξια τους, η οποία είναι μεγάλη. Το δεχόμαστε αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των καλών έργων που κάνουν οι άπιστοι και αυτών που κάνουν οι άνθρωποι, οι οποίοι με όλη την καρδιά τους πιστεύουν στον Θεό.

Ποια είναι η διαφορά; η διαφορά είναι η εξής» υπάρχει πλήθος ανθρώπων, πολύ δυνατών ανθρώπων, που θυσίασαν όλα, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους, για χάρη του λαού τους. Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι ακόμα και στη δική μας εποχή. Υπήρχαν λοιπόν πολλοί άνθρωποι που έδωσαν τη ζωή τους για το καλό του λαού τους και του δικού τους έθνους. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που θυσιάζουν τη ζωή τους για χάρη της δικής τους τάξης.

Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των καλών έργων;

Αυτή η αγάπη τους προς το λαό τους όσο καλή και να είναι, είναι η αγάπη μόνο προς το δικό τους λαό. και ταυτόχρονα μ’ αυτή υπάρχει και μίσος προς τους ανθρώπους άλλων φυλών και τάξεων. Η αληθινή όμως και γνήσια αγάπη, η ευάρεστη στον Θεό δεν μπορεί να έχει μίσος, αυτή αγκαλιάζει τα πάντα, είναι καθολική. Χρειάζεται άσκηση, χρειάζεται κόπος, χρειάζεται να αναγκάζουμε τον εαυτό μας να κάνουμε το καλό. Πρέπει να αποστραφούμε το κακό, την οποιαδήποτε αδικία και να στραφούμε στην αλήθεια.

Χρειάζεται αγώνας για να κάνουμε καλά έργα. Μόνο τότε, όταν, με μεγάλες και επίμονες προσπάθειες, καθαρίζουμε την καρδιά μας και έτσι προσελκύουμε τη χάρη του Θεού, τότε, όταν αυτή η χάρη ανάβει στην καρδιά μας την θεία αγάπη, την αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, η οποία δεν μισεί κανέναν, μόνο τότε αυτή η αγάπη, μαζί με την πίστη, μας ανοίγει δρόμο προς την Βασιλεία του Θεού.

Λοιπόν, δεν είναι αρκετά μόνο τα καλά έργα και δεν αρκεί μόνο η ηθική, χρειάζεται και η πίστη. Διότι μόνο η Θρησκεία, μόνο η Πίστη στον Θεό και η κοινωνία μαζί Του μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε γνήσια καλά και ευάρεστα στον Θεό έργα. Αυτή την δύναμη δεν την δίνει η ηθική και μεγάλο λάθος κάνουν αυτοί που νομίζουν ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε την θρησκεία με κάποια ηθική διδασκαλία. Πρέπει η θεία χάρη να κατοικήσει στην καρδιά μας για να γίνει αυτή ναός του Παναγίου Πνεύματος. Αμήν.

Πηγή:www.gerontesmas.com

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

ΠΑΣΧΑ, ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑ

Κυριακή τοῦ Πάσχα ας μεταφερθοῦμε μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας στὸ πρῶτο ἀπόγευμα μετὰ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου μας.

Δύο μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἐβάδιζαν στὸ δρόμο ποὺ ἑνώνει τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὴν πολίχνη Ἐμμαούς. «Ἦσαν πορευόμενοι πρὸς Ἐμμαούς» λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λουκ. κδ’ 13). Βάδιζαν σκυθρωποὶ καὶ μὲ λόγια γεμάτα ἀπὸ ἀπαισιοδοξία. Κατήφεια, μελαγχολία, βαρυχειμωνιὰ εἶχαν στὴν καρδιά τους. Γιατί; Στήριζαν πολλὲς ἐλπίδες στὸν διδάσκαλό τους. Στήριζαν ὅλο τὸν ἑαυτό τους. Καὶ τώρα; Τὸν εἶδαν σὰν κοινὸ νεκρὸ ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ μετὰ τὸν ἔχασαν, ἀφοῦ ἐνταφιάσθηκε στὸν τάφο τοῦ Ἰωσήφ. Τί θὰ γίνουν τώρα; Τὰ ὄνειρά τους ἔσβησαν καὶ γι’ αὐτὸ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν προφητοκτόνο πόλι τῆς Ἱερουσαλήμ. Βάδιζαν πρὸς Ἐμμαούς.

Ξαφνικὰ, ὅμως, τοὺς προλαμβάνει, τοὺς συναντᾷ καὶ συνοδοιπορεῖ μαζί τους ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ξένος, ὅπως νόμιζαν. Ὁ ξένος τοὺς ἐρωτᾶ, «ποιά εἶναι τὰ μεγάλα ζητήματα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπασχολοῦν, γιὰ τὰ ὁποῖα συζητεῖτε μεταξύ σας καὶ σᾶς κάνουν τόσο σκυθρωπούς;» (Λουκ. κδ’, 17).

Οἱ δύο μαθητὲς δὲν διστάζουν νὰ ἀπαντήσουν καὶ νὰ ἐξηγήσουν στὸν ἄγνωστο συνοδοιπόρο τὰ γεγονότα τοῦ πάθους καὶ τοῦ θανάτου τοῦ διδασκάλου τους: «Δυνατὸς ὁ διδάσκαλός μας στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα του. Ὅμως συνελήφθη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του∙ καταδικάσθηκε σὲ θάνατο καὶ ἐτάφη. Ἐμεῖς περιμέναμε νὰ λυτρώσῃ τὸ ἰσραηλιτικὸ γένος μας καὶ τώρα χάθηκαν ὅλα. Ἀκούγονται βέβαια κάποια γυναικεῖα λόγια ποὺ λένε ὅτι ἀναστήθηκε καὶ ζῇ… ὅμως ἐμεῖς δὲν τὸν εἴδαμε» (Λουκ. κδ’, 19-23).

Ὅσο βάδιζαν οἱ μαθητές, τόσο καὶ γίνονταν περισσότερο σκυθρωποί.

Τότε ὁ ἄγνωστος ἄρχισε νὰ τοὺς ὁμιλεῖ. Γνώριζε πολὺ καλὰ τὴν Ἁγία Γραφή. Γνώριζε τὰ ὅσα γράφει ὁ προφήτης Μωυσῆς, ὅσα γράφουν ὅλοι οἱ προφῆτες. Αὐτὰ ποὺ λέει εἶναι λόγια σοφά, γεμάτα δύναμι, γεμάτα ζωὴ καὶ ἐνθουσιασμὸ βεβαιότητας: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;» (Λουκ. κδ’, 26). Αὐτὰ, τοὺς εἴπε, δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει ὁ Χριστὸς κατὰ τοὺς προφῆτες, καὶ μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ παθήματα νὰ εἰσέλθῃ στὴ Δόξα Του;

Συζητῶντες ἔφθασαν στοὺς Ἐμμαούς. Ὁ ξένος προσποιήθηκε ὅτι θέλει νὰ προχωρήσῃ. Οἱ δυὸ μαθητὲς τὸν ἐπίεσαν νὰ μείνῃ μαζί τους καὶ νὰ συνδειπνήσῃ. Κατὰ τὸ δεῖπνο ὁ ξένος σηκώθηκε, εὐλόγησε τὸν ἄρτο, τὸν τεμάχισε, ὅπως ἀκριβῶς ἐκανε ὁ διδάσκαλος μὲ τοὺς μαθητές του, καὶ ἔγινε ἄφαντος. Καὶ τότε συγκλονίσθηκαν οἱ μαθητές. Ἀφυπνίσθηκαν. Ἡ καρδιά τους αἰσθάνθηκε τὴν πνευματικὴ φλόγα τοῦ θείου ζήλου καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστό. Καὶ ὅταν συνοδοιπόρησαν μὲ τὸν ἄγνωστο ἔνοιωσαν ἀπὸ τὰ λόγια του καινούργια συναισθήματα αἰσιοδοξίας καὶ ἐλπίδος. Τώρα ὅμως; Τώρα βεβαιώνονται ὅτι ὁ ξένος Ἐκεῖνος συνοδοιπόρος τους δὲν εἶναι ξένος, ἀλλ’ εἶναι ὁ διδάσκαλος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ναὶ, ἀλήθεια. Ἠγέρθη ὁ Κύριος! Ἀναστήθηκε! Καὶ τότε, ἐλέγχουν τὸν ἑαυτό τους.

Τὸν ἐλέγχουν, γιατί δὲν εἶχαν καιομένη καὶ φλογερὴ, ἀπὸ ἀγάπη, καρδία. «Ἡ καρδιά μας (ἀναρωτιούνται), δὲν αἰσθανόταν τὴν πνευματικὴ φλόγα τοῦ θείου ζήλου καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἦταν ζεστὴ ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θείας ἀληθείας γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουμε;» (Λουκ. κδ’, 32).

Σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ποὺ ἑορτάζουμε τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ μας, ἄς ἔλθουμε μὲ εἰλικρίνεια στὸν ἑαυτό μας. Ἐμεῖς δὲν ἀκούσαμε τώρα, δὲν μάθαμε τώρα γιὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἀνατραφήκαμε μέσα στὴν ἀγκάλη τῆς μητέρας μας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ζήσαμε τὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀτράνταχτο ἱστορικὸ γεγονός. Εἶναι γεγονὸς παγκόσμιο, πανανθρώπινο. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων εἴκοσι αἰώνων στηρίζεται ἐπάνω στὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου. Ὁ χριστιανισμὸς δὲν θὰ ζοῦσε, ἂν δὲν εἶχε ἀναστηθῆ ὁ Χριστός. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν» (Α’ Κορ. ιε’, 17).

Τὸ ὅτι ἀπέθανε ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ σταυροῦ δὲν σημαίνει ὅτι νικήθηκε. Ὁ Ἴδιος τὸ εἶπε: «τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων… οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἰω. ι’, 15,18). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει: «Χριστὸς ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνῄσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’, 9).

Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ τόσα ἀκούσαμε καὶ εἴδαμε σχετικὰ μὲ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, γνωρίζουμε, πιστεύουμε, ἀγαποῦμε, ὁμολογοῦμε τὸν Ἀναστάντα Κύριο;

Ὁ Χριστός μας ἀναστήθηκε καὶ ἡ δύναμι τῆς Ἀναστάσεώς Του εἶναι φανερὴ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἐπεστράτευσαν διῶκτες, φοβερὰ μαρτύρια γιὰ νὰ κάμψουν τοὺς χριστιανούς, ἐπεστράτευσαν φοβερὲς αἱρέσεις γιὰ νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν θεότητα τοῦ Ἀναστάντος, νὰ ἀλλοιώσουν τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως, πολέμησαν ἄσπονδα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἐργάτες του, ὅμως, τίποτα δὲν κατόρθωσαν. Ὅσες φαντασίες καὶ ἂν ἐπινόησαν οἱ ἄπιστοι καὶ ἐχθροὶ τῆς Ἀναστάσεως, οἱ φαντασίες τους ἔμειναν πλάσματα τοῦ χοϊκοῦ μυαλοῦ τους, γιατί ὁ Ἀναστάς, ὡς Θεὸς ἀληθινός, δὲν νικιέται. «Ἐξῆλθεν νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ’, 2).

Ἔχει παράπονο σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Ἀναστὰς Κύριός μας, γιατί τὸν προδίδουμε. Σήμερα ποὺ πολεμεῖται καὶ πάλι ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ἡ λατρεία της, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, τὰ ἁγια καὶ χαριτόβρυτα Μυστήρια, σήμερα ποὺ χλευάζεται ἡ ἑλληνορθόδοξος ἁγία Παράδοσί μας, σήμερα ποὺ περιφρονεῖται Αὐτὸς ὁ Χριστός, ἐμεῖς κωφεύουμε, σιωποῦμε, τρέμουμε, ἀφήνουμε νὰ κλονισθῇ ἡ πίστι μας. Γιατί; Μᾶλλον ἐπειδὴ δὲν καίει ἡ καρδιά μας ἀπὸ πίστι καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Ἴσως ἀφήσαμε τὴν καρδιά μας νὰ ἐπηρεασθῇ, νὰ κοσμικοποιηθῇ, νὰ θολώση, νὰ ψυχρανθῇ, νὰ ἠλεκτρίζεται ἀπὸ ἀηδῆ καὶ ὀχληρὰ τοῦ κόσμου τούτου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Ἀναστάντα.

Ἔτσι, κατ’αὐτὸν τὸν τρὀπο, χωρὶς καιομένη καρδία, δὲν πιστεύουμε στὸν Ἀναστάντα Κύριο, στὴν παντοδυναμία Του καὶ στὴν ἀγάπη Του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φοβόμαστε, νὰ τρέμουμε, νὰ ταρασσόμαστε, νὰ ἀποθαρρυνόμαστε, νὰ πτοούμαστε, νὰ φθάνουμε καὶ σὲ ψυχολογικὰ προβλήματα ἀκόμη. Χάσαμε τὸν Ἀναστάντα καὶ κερδίσαμε τὴν δυστυχία.

Σήμερα, αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ φωτοφόρο Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ἄς γονατίσουμε ἐμπρὸς στὸν κενὸ Τάφο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀναζωογονημένοι ἄς ὁμολογήσουμε στὴν καρδιά μας πρώτα, ἀλλὰ καὶ παντοῦ, τὸ «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν»!

Δὲν εἴμαστε μόνοι. Στρατιὰ Ἁγίων πίστεψαν καὶ ἔζησαν τὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως. Ἀπόστολοι, μάρτυρες, ὅσιοι, ὁμολογητές, νεομάρτυρες, μὲ τὸν Ἀναστάντα στὴν καρδιὰ τους, ἔζησαν τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ χωρὶς ἀγωνία καὶ ταραχή. Ἔφθασαν καὶ ἐμπρὸς στὸν δήμιο ἀκόμα εἰρηνικοὶ καὶ προσέφεραν παντού ἀγάπη καὶ δημιουργία.

Ἄς ἀφήσουμε, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἀγαπητά, τὰ φληναφήματα τῶν πάσης φύσεως ἀρνητῶν καὶ πολεμίων τοῦ Χριστοῦ∙ ἄς περιφρονήσουμε τοὺς οἰκοδόμους τῆς χωρὶς Χριστὸ παγκοσμιοποιήσεως, κι ἄς σηκώσουμε ψηλὰ τὸ λάβαρο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Νὰ φωνάξουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»!

Ὡς Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, νὰ γίνουμε καὶ νὰ μείνουμε υἱοὶ Ἀνάστάσεως. Μὲ αὐτὸν τὸν τρὀπο, θὰ ζοῦμε τὴν εἰρήνη, τὴ χαρά, τὴν ἀγάπη, τὴν ἐνότητα, τὴν ἁγιασμένη ζωὴ, γιὰ νὰ φθάσουμε καὶ στὸ ἀνέσπερο Φῶς τοῦ Ἀναστάντος, στὴ Βασιλεία Του.

Απόσπασμα απο την Εγκύκλιο του Σεβαστού Μητροπολίτου εξ αφορμής του Πάσχα 2021

Πηγή: www.imaa.gr